«Οι ξένοι δεν είναι ορατοί και δεν ακούγονται, μολονότι είναι παντού. Είναι μάρτυρες των φριχτότερων ανθρώπινων πράξεων· και μετατρέπονται σε αφηγητές, μόνο με την ύπαρξη τους».
Τα λόγια ανήκουν στον Άρθουρ Χέλτον, διάσημο Νεοϋρκέζο δικηγόρο, συνήγορο μεταναστών και προσφύγων, ειρηνιστή και υπερασπιστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων – πέθανε σε ανθρωπιστική αποστολή στη Βαγδάτη.
Ένα χρόνο πριν, ο συγγραφέας Κωνσταντίνος Σαμαράς, επιστρέφοντας από ένα ταξίδι στη Νέα Υόρκη, σκεφτόταν διαρκώς το χρέος αυτής της πόλης προς τους μετανάστες. Θα υπήρχε χωρίς την συμβολή τους; «Είχε καρφωθεί στο μυαλό μου το ποίημα της Έμα Λάζαρους ‘Ο Νέος Κολοσσός’, που βρίσκεται αποτυπωμένο στο Άγαλμα της Ελευθερίας: Δώστε σε μένα τους φτωχούς, τους καταφρονεμένους σας / Που τσάκισαν οι συμφορές και λαχταρούν γι’ ανάσα / Ελεύθερη, στείλτε μου εδώ τους ανεμοδαρμένους, / Τους άστεγους, τους ναυαγούς κι όλο τ’ ανθρωπολόι / Που περισσεύει ανέλπιδο στις σκυθρωπές ακτές σας».
Τις σκέψεις του είχε πυροδοτήσει η επιθυμία του συνεργάτη του (από την παράσταση αφιέρωμα στο Στράτο Διονυσίου «Τα πήρες όλα κι έφυγες»), ηθοποιού και σκηνοθέτη Βασίλη Μαυρογεωργίου να δημιουργήσουν ένα νέο έργο για τη ζωή των μεταναστών «που κουβαλούσαν τη μουσική μέσα στις αποσκευές τους». Μοιραία ο Μαυρογεωργίου ακουμπούσε στην διαπίστωση του αδικοχαμένου Χέλτον.
Σήμερα, ένα χρόνο μετά, η «Αστόρια», είναι η νέα πολυπρόσωπη παραγωγή του «Παλλάς» που φέρει το όνομα της ελληνικής μεταναστευτικής κοινότητας της Νέας Υόρκης, αυτής της κουκίδας γης βορειοδυτικά στο Μανχάταν, όπου από τα μέσα της δεκαετίας του ’20 έγινε η εστία για χιλιάδες φτωχούς, ξενιτεμένους Έλληνες.

Ο σκηνοθέτης της παράστασης Βασίλης Μαυρογεωργίου και ο συγγραφέας Κωνσταντίνος Σαμαράς.
Λίγες εβδομάδες πριν την πρεμιέρα της, ο Βασίλης Μαυρογεωργίου, ο οποίος την σκηνοθετεί λέει πως «η ‘Αστόρια’ λειτουργεί σαν μικρογραφία μιας ολόκληρης ιστορικής περιόδου: της εποχής του Μεγάλου Κραχ, της μεγάλης ύφεσης και της κοινωνικής αποσταθεροποίησης στην Αμερική. Άνθρωποι έχαναν τις δουλειές τους, συσσίτια μοιράζονταν παντού και οι Αμερικανοί – βυθισμένοι στον φόβο και την εξαθλίωση – αντιμετώπιζαν κάθε μετανάστη ως απειλή για την επιβίωσή τους. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον οι Έλληνες δημιουργούσαν επιχειρήσεις, δούλευαν ως εργάτες, με αποτέλεσμα να στοχοποιούνται ως dirty foreigners ή dirty Greeks.
Παράλληλα, η ποτοαπαγόρευση άνοιγε χώρο στην παρανομία, στην κυριαρχία της μαφίας στα νυχτερινά μαγαζιά και σε ένα σύστημα που υποχρέωνε πολλούς να συνεργαστούν μαζί της για να επιβιώσουν. Όλα αυτά – το ιστορικό πλαίσιο, η μουσική της εποχής, το ρεμπέτικο ως μήτρα της λαϊκής μουσικής, ο έρωτας, η προδοσία, η ανάγκη για ελευθερία, τα συνδικάτα, η φιλία, η οικογένεια – συνθέτουν το πολυεπίπεδο τοπίο της παράστασης».

Φωτεινή Παπαθεοδώρου και Μαρία Κεχαγιόγλου στην πρόβα.
Αναγνωρίζει πως το εγχείρημα κουβαλά μεγάλες απαιτήσεις. Η σκηνοθεσία Μαυρογεωργίου επιχειρεί να λειτουργήσει ως συμπύκνωση της εμπειρίας της ελληνικής αμερικανικής κοινότητας, αλλά και τη συνύπαρξη δύο χωρών, δύο πολιτισμών, δύο κόσμων. Συνάμα, καλείται να ανταποκριθεί στην έντονη κινηματογραφική γραφή του Σαμαρά, «κάτι εξαιρετικό σε επίπεδο ποιότητας, αλλά απαιτητικό όταν πρέπει να μεταφερθεί ολόκληρο σε μία μόνο σκηνή. Η σκηνοθεσία στηρίζεται σε μια πολύ οργανωμένη χορογραφία των ηθοποιών πάνω στην σκηνή, καθώς η εναλλαγή των εικόνων είναι γρήγορη και ο χώρος και ο χρόνος μεταβάλλεται διαρκώς», προσθέτει. «Βρισκόμαστε σε ένα Καφέ Αμάν, σε διαμερίσματα στη Νέα Υόρκη, σε δρόμους και, πολλές φορές, πίσω στην Ελλάδα». Ο Μανόλης Παντελιδάκης που επιμελείται τα σκηνικά και ο Παντελής Μάκκας που δημιουργεί τα βίντεο συμπορεύονται και φτιάχνουν ζωντανούς κόσμους από την εποχή του 1930 στη Νέα Υόρκη.
Βασισμένη σε αληθινές ιστορίεςΠριν όλο αυτό το σύμπαν κατασκευαστεί στο «Παλλάς», ένα άλλο γραφόταν με λέξεις. Ο Κωνσταντίνος Σαμαράς, επί ένα χρόνο, βουτούσε στη μελέτη αρχειακού υλικού, σε έρευνες για την ελληνική μετανάστευση των αρχών του 20ού αιώνα, στις μουσικές των μεταναστών, αλλά και γενικά σε στοιχεία για την εποχή του Κραχ, τον πόλεμο των μαφιών, τους εργατικούς αγώνες.
«Όσο περισσότερα μάθαινα γι’ αυτήν την εποχή της αληθινής κοσμογονίας, τόσο πιο ζωντανή και άρρηκτα δεμένη με το σήμερα, μου παρουσιαζόταν. Οι ήρωες του έργου μπορεί να είναι, εξ ολοκλήρου, μυθοπλαστικά πρόσωπα, ωστόσο όλες και όλοι ανεξαιρέτως βασίζονται σε αληθινές μαρτυρίες και καταγεγραμμένα περιστατικά. Η ιστορία της “Αστόρια” είναι μια παραλλαγή ιστοριών που συνέβησαν. Εξάλλου, τα πρόσωπα του έργου συνομιλούν αδιάλειπτα με αυτό που είθισται να αποκαλούμε “μεγάλη Ιστορία”, η οποία δε σταματάει να παρεμβαίνει στις μοίρες τους και να τις διαμορφώνει».

O Χρήστος Στέργιογλου με φόντο το σκηνικό του Μανόλη Παντελιδάκη.
Κεντρική ηρωίδα του έργου είναι ένα νεαρό κορίτσι, η Τασούλα που φτάνει στη Νέα Υόρκη, λίγο πριν το ξέσπασμα του Κραχ, προορισμένη να παντρευτεί έναν άνδρα, πολύ μεγαλύτερο της, τον οποίο έχει δει μόνο μέσα από μια φωτογραφία – σαν μια άλλη «νύφη» του Παντελή Βούλγαρη.
«Το όνομά του είναι Λεωνίδας Οικονομάκος και είναι παντρόνε – έτσι ονόμαζαν τότε τους εργατομεσίτες, που διαχειρίζονταν εργάτες, τους έβρισκαν δουλειές, έκαναν παζάρια για τον μισθό τους στην θέση του αφεντικού και συχνά τους έστελναν ως απεργοσπάστες. Σύντομα, στο παζλ της ζωής της θα προστεθούν κι άλλοι Έλληνες της πόλης: η Ρίτα, μια τραγουδίστρια που διατηρεί το δικό της νάιτ κλαμπ, όπου πουλάει αλκοόλ παρά την ποτοαπαγόρευση. Ο Στέφανος, ένας ιδεαλιστής νέος που θα βρει νόημα και θα πρωτοστατήσει στις εργατικές διεκδικήσεις της εποχής. Ο Θόδωρος, ή αλλιώς Τεντ, ήδη παλιά καραβάνα στη Νέα Υόρκη, που έχει περάσει από τα 1000 κύματα του ρατσισμού και της περιθωριοποίησης, και τώρα διατηρεί ένα μικρό καφενείο στην Αστόρια.
Αυτό το καφενείο θα γίνει το κέντρο της νέας ζωής της Τασούλας και ο πόλος έλξης για όσους θέλουν να ακούσουν την φωνή της», περιγράφει ο Κωνσταντίνος Σαμαράς, διευκρινίζοντας πως το τραγούδι είναι μια από τις βασικές συγκολλητικές ουσίες της κοινότητας του έργου, η οποία μέσα στο πέρασμα του χρόνου «κινείται κι εξελίσσεται ως ένας ζωντανός οργανισμός, μέσα σε μια θύελλα συγκρούσεων, διερωτώμενος από τι αποτελείται: η παλιά πατρίδα απέναντι στην καινούργια, οι Έλληνες απέναντι στους Αμερικάνους, οι εργάτες απέναντι στα αφεντικά, η ατομική επιβίωση απέναντι στη συλλογική, η γυναικεία αλληλεγγύη απέναντι σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο. Στον λαβύρινθο αυτών των αντανακλάσεων και των διλημμάτων, η Τασούλα και τα υπόλοιπα πρόσωπα της ‘Αστόρια’ αναρωτιούνται ποιοι είναι και πώς να προχωρήσουν».

Έβελυν Ασουάντ, Γιάννης Τσουμαράκης και Δημήτρης Μαχαίρας σε σκηνή της παράστασης.
Ο καημός της ξενιτιάς έχει καταγραφεί αναλυτικά από ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής λαϊκής μουσικής παράδοσης. Οι δημιουργοί της «Αστόρια», όμως, επιλέγουν να αναθέσουν στο Νίκο Στρατηγό να συνθέσει πρωτότυπη μουσική – και μόνο να ενορχηστρώσει με σύγχρονο τρόπο τραγούδια των Χιώτη, Τσιτσάνη, Βαμβακάρη, Μουζάκη. Ο Βασίλης Μαυρογεωργίου χαρακτηρίζει τη μουσική ως θεμέλιο της παράστασης και όχι απλώς συνοδευτικό στοιχείο. Λέει χαρακτηριστικά: «Αποτελεί κομμάτι της ταυτότητας, της μνήμης και της συγκρότησης των χαρακτήρων. Η Τασούλα διαμορφώνει τη δύναμή της, τον βηματισμό της και τελικά την ίδια της την ύπαρξη μέσα από τη μουσική και τη φωνή της. Γίνεται μια ρεμπέτισσα της εποχής, αποκτά φήμη, μετασχηματίζεται. Η μουσική δεν ‘σχολιάζει’ την παράσταση: την κινεί. Η πρωτότυπη μουσική του Νίκου Στρατηγού επενδύει την παράσταση σαν να είναι ταινία».
Η καταγωγή της γλώσσας του έργουΔεν είναι τυχαίο που ο συγγραφέας του έργου Κωνσταντίνος Σαμαράς χρησιμοποίησε ως πολύτιμο οδηγό του τη γλώσσα των τραγουδιών «όπως οι φωνές των ρεμπετισσών και ρεμπετών της εποχής. Μην ξεχνάμε, βέβαια, ότι όλα αυτά τα στοιχεία πρέπει πάντα να στρέφονται στο παρόν, να συνομιλούν με αυτό. Μόνο στο παρόν μπορεί να τοποθετείται ένα έργο και γενικά οποιαδήποτε καλλιτεχνική πράξη. Κάθε άλλη σχέση με τη γλώσσα, τις χειρονομίες και τις σχέσεις των ανθρώπων, σε όποια εποχή κι αν έζησαν αυτοί, μου φαίνεται ακατανόητη, για να μην πω ύποπτη. Μου φαίνεται απαραίτητο η γλώσσα του παρελθόντος να μην κρύβει την καταγωγή της, ίσα-ίσα να την φανερώνει με περηφάνεια, αλλά την ίδια στιγμή να ηχεί με δύναμη και ευκρίνεια στο εδώ και το τώρα, απαλλαγμένη από φίλτρα παρελθοντολαγνείας».

Η Θεανώ Κλάδη σε χορογραφία του Πάρη Μαντόπουλου.
Αυτός ο κίνδυνος απασχόλησε αμφότερους τους πυρηνικούς δημιουργούς της «Αστόρια», με την έννοια της νοσταλγικής ευκολίας να ελλοχεύει, κινδυνεύοντας να ρομαντικοποιήσει το πορτρέτο του μετανάστη. «Φυσικά και υπάρχει αυτός ο κίνδυνος και υπάρχει πάντα στο θέατρο, όταν αντιμετωπίζεις μια παράσταση απλώς σαν την αφήγηση μιας ιστορίας. Ο μόνος λόγος για να ασχοληθείς θεατρικά με μια εποχή είναι να επικεντρωθείς στη βασική σύγκρουση που σου προσφέρει το έργο. Στην προκειμένη περίπτωση – πριν ακόμα γραφτεί η ‘Αστόρια’ – συζητήσαμε με τον Κώστα για τη σημασία του να ανήκεις σε μια κοινότητα που σου χαρίζει ασφάλεια, στέγη και πολιτισμική ταυτότητα σε μια πολύ δύσκολη οικονομικά εποχή και πως αυτό έρχεται σε κοντά με την αναζήτηση μιας προσωπικής ταυτότητας».
Κωνσταντίνος Σαμαράς: Οι Έλληνες μετανάστες, όπως και τόσες άλλες εθνικότητες που συνέρρευσαν στις ΗΠΑ, ήταν απολύτως επιθυμητοί ως εργατικά χέρια στον ορίζοντα της καπιταλιστικής ανάπτυξης
Με τη σειρά του, ο Κωνσταντίνος Σαμαράς εστιάζει την προσοχή του στο πιο συγκινητικό στοιχείο στην εποποιία της μετανάστευσης, «στο γεγονός ότι μοιάζει σαν μια συμπυκνωμένη αλληγορική εικόνα για ολόκληρη την Ιστορία της ανθρωπότητας, που όλο ταξιδεύει μπροστά, όλο στήνει νέες πολιτείες, όλο εφευρίσκει νέες ταυτότητες και συλλογικές αφηγήσεις, αφήνοντας πίσω της καταστροφές και συντρίμμια. Αυτή η εικόνα δεν είναι απλώς πέραν των όποιων εθνικοτήτων, είναι οριακά πέραν του Καλού και του Κακού. Ποιος θα τολμούσε να υποβιβάσει τον Οδυσσέα σε ‘καλό’ ήρωα και την εξιστόρηση των περιπετειών του σε ζαχαρένια αναπόληση; Έτσι κι εγώ, θα ήθελα να σκέφτομαι τους ήρωες της ‘Αστόρια’, όχι ως άψυχες φιγούρες λαογραφικού μουσείου, αλλά ως πλήρεις, παλλόμενους ανθρώπους που καίγονται από τα πάθη τους, που διεκδικούν, αγαπούν και προδίδουν. Οι αξίες και τα κίνητρά τους δεν είναι μόνο υψηλά, ούτε μόνο χαμηλά – συχνά είναι ακατανόητα και για τους ίδιους. Όπως συμβαίνει σε όλους μας».

Τραγούδι και χορός για την Μπέσσυ Μάλφα και τον Γιάννη Μπισμπικόπουλο.
Οι πραγματικότητες που κυλούν διαρκώς ασταμάτητες μπροστά στα εμβρόντητα βλέμματα μας περιλαμβάνουν τη συνθήκη της αέναης μετακίνησης, συνήθως εγκιβωτισμένη στην πιο βίαιη εκδοχή της: από τους υποκινημένους εμφυλίους της Αφρικής, στην ισραηλινή σαρωτική εισβολή στη Γάζα, από τα απολυταρχικά καθεστώτα της Μέσης Ανατολής, από τον πόλεμο στην Ουκρανία, οι διωγμένοι είναι περισσότεροι από όσους τους παρακολουθούν και πολύ – πολύ περισσότεροι από όσοι τους συντρέχουν. Ακόμα και η Αμερική, «η κλεμμένη γη», όπως ονομάστηκε πολύ εύστοχα από την Αμερικανίδα τραγουδίστρια Μπίλι Έλις, η πατρίδα που χτίστηκε από μετανάστες 200 φυλών του κόσμου, είναι μια χώρα που αναγκάζει με σαδιστικό τρόπο τους μετανάστες σε διωγμό.
No rats, no GreeksΟ Κωνσταντίνος Σαμαράς εξηγεί πως έγραψε την ‘Αστόρια’ έχοντας στο μυαλό του το σύνολο του ανθρώπινου βίου «ως μια μορφή ξενιτιάς». Ως εκ τούτου το έργο του, αναπόφευκτα διατυπώνει δημόσιο λόγο πάνω στο μεταναστευτικό, αποφεύγοντας, όπως υπογραμμίζει τις σχηματοποιήσεις.
«Οι Έλληνες μετανάστες, όπως και τόσες άλλες εθνικότητες που συνέρρευσαν στις ΗΠΑ, ήταν απολύτως επιθυμητοί ως εργατικά χέρια στον ορίζοντα της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Την ίδια στιγμή, η γέννηση αυτής της νέας εργατικής τάξης πυροδοτούσε τον ανταγωνισμό και το μίσος των ‘αληθινών Αμερικάνων’ ενάντια στους ‘ξένους που τους παίρνουν τις δουλειές’, στους ‘απολίτιστους υπανθρώπους’ που ‘φέρονται σαν ζώα και είναι ανίκανοι να προσαρμοστούν στα αμερικάνικα ήθη’: όλοι αυτοί είναι μόνο λίγοι, κι όχι απαραίτητα οι πιο σκληροί, από τους χαρακτηρισμούς που επιφύλασσε μεγάλο τμήμα της αμερικάνικης κοινωνίας προς Έλληνες, Ιταλούς και άλλους μετανάστες. Σε πολλά αμερικάνικα εστιατόρια υπήρχε η επιγραφή “No rats, no Greeks”, και φαίνεται ότι η υπενθύμιση ενός τέτοιου γεγονότος στο σήμερα μπορεί να έχει πολλαπλή αξία. Όπως και η υπενθύμιση ότι τα σύγχρονα θαύματα της ανθρωπότητας φτιάχτηκαν από ανθρώπους σαν αυτούς τους εργάτες που βλέπουμε στις τόσο δημοφιλείς ασπρόμαυρες φωτογραφίες, να κολατσίζουν ανέμελοι, χωρίς καμία απολύτως προστασία, σε σκαλωσιές εκατό (και βάλε) μέτρα από το έδαφος. Οι φωτογραφίες αυτές φανερώνουν, αλλά μαζί κρύβουν, μια απίστευτη βαρβαρότητα. Είναι η ίδια βαρβαρότητα που κερδίζει έδαφος σήμερα».

Σκηνή σύγκρουσης στην “Astoria”.
Ο Βασίλης Μαυρογεωργίου φέγγει με το βλέμμα του το ελληνικό βίωμα της μετανάστευσης ως καταγεγραμμένο υλικό συλλογικής μνήμης – απορίας άξιο πως, παρόλα αυτά, ο εγχώριος ρατσισμός και αποκλεισμός καλπάζει. «Η μετανάστευση είναι βαθιά ριζωμένη στην ελληνική ιστορία και μέχρι σήμερα» σχολιάζει.
Βασίλης Μαυρογεωργίου: Η μετανάστευση είναι βαθιά ριζωμένη στην ελληνική ιστορία και μέχρι σήμερα
«Την ίδια στιγμή, η Αμερική είναι μια χώρα που χτίστηκε σχεδόν, εξ ολοκλήρου, από μετανάστες. Από το Empire State Building μέχρι τα σύγχρονα επιτεύγματα, ο κόσμος που την οικοδόμησε είναι ο ίδιος που σήμερα διώκεται σκληρά σε όλο τον πλανήτη. Τα πρόσφατα γεγονότα στην Αμερική σε κάνουν να αισθάνεσαι ότι όσα θεωρούμε πως έχουν κατακτηθεί πάνω στα ανθρώπινα δικαιώματα, μέσα από αγώνες και από το αίμα αιώνων, αυτή τη στιγμή κλονίζονται σοβαρά και η αξία της ανθρώπινης ζωής μεταβάλλεται επικίνδυνα σ’ ένα χρηματιστήριο αξιών, στο οποίο επικρατεί πάντα το κέρδος. Η παράσταση υπενθυμίζει ότι η μετανάστευση δεν είναι μια περιφερειακή συζήτηση, αλλά ένα διαρκές, οικουμενικό ανθρώπινο ζήτημα. Και πως πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν πάντα ιστορίες ανάγκης, απώλειας, επιβίωσης και αξιοπρέπειας».

Πρόβα χορού για τους Ανατολή Τσελαρίδου και Μιχάλη Κουτσκουδή.

Κόπιες και χειρόγραφες σημειώσεις του κειμένου.

Οδηγίες από τον σκηνοθέτη.

Δημήτρης Γαλανάκης και Φωτεινή Παπαθεοδώρου.

‘Εβελυν Ασουάντ.

Μπέσσυ Μάλφα, Μιχάλης Αλικάκος και Έβελυν Ασουάντ.

Δημήτρης Μαχαίρας.

Θεοδοσία Σαββάκη σε μουσική πρόβα με το Μιχάλη Κουτσκουδή.

Μιχάλης Αλικάκος και ΄Εβελυν Ασουάντ.

Φωτεινή Παπαθεοδώρου.

Γιάννης Μπισμπικόπουλος vs Γιάννης Τσουμαράκης.
Η “Αστόρια” κάνει πρεμιέρα στο “Παλλάς” (Βουκουρεστίου 5, Σύνταγμα) στις 19 Μαρτίου
Σκηνοθεσία: Βασίλης Μαυρογεωργίου
Κείμενο: Κωνσταντίνος Σαμαράς
Πρωτότυπη μουσική – Μουσικές διασκευές: Νίκος Στρατηγός
Σκηνικά: Μανόλης Παντελιδάκης
Kοστούμια: Αλεξία Θεοδωράκη
Video art: Παντελής Μάκκας
Χορογραφία: Πάρης Μαντόπουλος
Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Ελένη Τσιναρέλη, Ανατολή Τσελαρίδ
Πρωταγωνιστούν: Έβελυν Ασουάντ/ Θεοδoσία Σαββάκη, Χρήστος Στέργιογλου, Μπέσσυ Μάλφα, Μαρία Κεχαγιόγλου, Μιχάλης Αλικάκος, Γιάννης Τσουμαράκης, Αριάδνη Καβαλιέρου, Φωτεινή Παπαθεοδώρου, Δημήτρης Μαχαίρας, Δημήτρης Γαλανάκης, Θεανώ Κλάδη, Γιάννης Μπισμπικόπουλος, Νίκος Δερτιλής, Μιχάλης Κουτσκούδης, Λεωνίδας Μπακάλης, Ανατολή Τσελαρίδου, Ελένη Τσιναρέλη
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Πέμπτη 20.00, Παρασκευή & Σάββατο, 21.00 Κυριακή, 19.30
Τιμές εισιτηρίων:15-80 ευρώ
Προπώληση: https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/astoria/