Συν & Πλην: «Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτόν» στο θέατρο Προσκήνιο
Μια σύνοψη των θετικών και αρνητικών σημείων για την παράσταση «Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτόν» που ανεβαίνει στο θέατρο Προσκήνιο σε σκηνοθεσία Ανέστη Αζά
Στη διάρκεια μιας συνεδρίας ψυχανάλυσης, η ψυχολόγος μου με ρώτησε «τι μπορώ να πω για τον πατέρα μου». Φαντάζομαι πως από μια αντίστοιχη αναρώτηση ξεκίνησε και η έρευνα του Ανέστη Αζά – διακεκριμένου στο είδος του θεάτρου ντοκουμέντο, δηλαδή των έργων που αντλούν από πραγματικές εμπειρίες – μαρτυρίες και συνθέτουν μια ενιαία δραματουργία. Τα κεφάλαια πατέρας και πατρότητα, καλώς ή κακώς εννοούμενο ανδρικό πρότυπο, ο ρόλος του στην οικογένεια και στην ανατροφή των παιδιών, η αφομοιωμένη αρρενωπότητα στην κοινωνική πραγματικότητα αποτέλεσαν τον ερευνητικό «μπούσουλα» της παράστασης, όπου τόσο οι ηθοποιοί (Γιώργος Βαλαής, Κωνσταντίνος Μωραΐτης, Μάρω Σταυρινού, Κωνσταντίνα Τάκαλου, Ρίνο Τζάνι) όσο και ο ίδιος ο σκηνοθέτης εξέθεσαν βιώματα του προσωπικού τους ‘αρχείου’ πλέκοντας τα με μυθοπλαστικά στοιχεία για να σχεδιάσουν το ολόγραμμα του αγοριού που γίνεται άνδρας, σύζυγος, πατέρας, μας μεγαλώνει, μας προστατεύει (ή και όχι), μας αγαπά τρυφερά (ή και όχι), αλλά σίγουρα μας καθορίζει.
Έχουμε, λοιπόν, ένα νεόκοπο έργο, προϊόν συνθετικής εργασίας, στην οποία συνεισέφεραν ο Ανέστης Αζάς, ο συνεργάτης του (και από «Τα σκυλιά» και τη «Δημοκρατία του Μπακλαβά») και ηθοποιός Μιχάλης Πητίδης καθώς και η ομάδα των πρωταγωνιστών που ανέσυραν αναμνήσεις, αγαπητικές εικόνες αλλά και τραύματα για να περιγράψουν τη δική τους πατρική φιγούρα: έναν πατέρα που πάντα θα καπνίζει, έναν πατέρα που υπήρξε Αριστερός επί Χούντας, έναν πατέρα που ήταν ασθενής και η έλλειψη του έγινε πιο παρούσα από την παρουσία του, ένας πατέρας μετανάστης και σκληροτράχηλος στρατιωτικός, ένας πατέρας του κάμπου που ήθελε γιους αλλά έκανε κόρες, ένας πατέρας που απατούσε τη γυναίκα του, ένας πατέρας καλλιεργημένος, αλλά βαθιά συντηρητικός.
Στις όψεις αυτού του πατρικού παλίμψηστου όλοι, ανεξαιρέτως, μπορούμε να ακουμπήσουμε με τις δικές μας αποχρώσεις, συμβάλλοντας ερήμην μας, στη δραματουργία της παράστασης, αλλά και φορτίζοντας την ανάγκη να ερμηνεύσουμε τη διαδρομή από την ύπαρξη του πατέρα έως την κατασκευή της πατριαρχίας.

Γιώργος Βαλαής.
Φανταστείτε ένα άλμπουμ των 80s: εκεί όπου οι πόζες είναι αστείες, άβολες, κρύβουν καλές ή κακές αναμνήσεις, γέλια και δάκρυα, τα χρώματα των φωτογραφιών θολά ή ξεθωριασμένα αλλά τα πρόσωπα είναι και παραμένουν εξωφρενικά οικεία. Μια τέτοια απόπειρα, εξόχως ζυγισμένη ως προς το συναίσθημα που εκλύει ή τις θέσεις που ενστερνίζεται, ενορχηστρώνει ο Ανέζης Αζάς. Μαζί με πέντε καλούς ηθοποιούς συγκεντρώνουν στιγμιότυπα της πατρικής φιγούρας όπως τα έχουν καταχωρημένα στη μνήμη, συμπεριφορές που τους διαμόρφωσαν ως κοινωνικά όντα είτε ως νέας γενιάς άνδρες, είτε ως νέας γενιάς γυναίκες προκειμένου να διερευνήσουν με ευαισθησία, χιούμορ, αλήθεια και κάποιες δόσεις παραδοξότητας την εικόνα του πατέρα, έξω από το κάδρο.
Η ενδιαφέρουσα ακροβασία στον άξονα που κινεί την παράσταση έγκειται στο αν αποτελεί ένα πεδίο σύνθεσης από ιστορίες για τους πατέρες που μας μεγάλωσαν ή ένα πεδίο ανασύνθεσης για τα ανδρικά στερεότυπα.

Ρίνο Τζάνι και Κωνσταντίνα Τάκαλου.
Για μια ακόμα φορά, μετά την σαρωτική παράσταση «Τα σκυλιά» και τη διεθνή επιτυχία «Η Δημοκρατία του Μπακλαβά», ο Ανέστης Αζάς δείχνει εξαιρετικά αντανακλαστικά πάνω στις «πίσω πλευρές» των δημόσιων συζητήσεων. Και σε αυτή την περίπτωση – και πάλι με το Μιχάλη Πητίδη ως συνεργάτη στο κείμενο και στη δραματουργία (εδώ προστίθεται και η Ιωάννα Κανελλοπούλου) – εντοπίζει τη θεματική της πατρότητας και καδράρει το πρόσωπο του πατέρα ως ήρωα των παιδικών μας χρόνων, προστάτη, καθοδηγητή, εμπνευστή, πηγή των αποφάσεων μα και συχνά εκφραστή εξουσίας, ενδοοικογενειακής βίας, ένα πρόσωπο απών μέσα στην παρουσία του ή ένα πρόσωπο παρόν μετά το θάνατο του. Διατηρώντας με μαεστρία τη λεπτή ισορροπία στη διαχείριση μιας τόσο πυκνής συναισθηματικής περιοχής, ο Ανέστης Αζάς αξιοποιεί προσωπικές αλλά και εμπειρίες της ομάδας με χιούμορ, ειλικρίνεια, τρυφερότητα, συγκίνηση – που ποτέ δεν αγγίζει το μελό – χωρίς να φοβάται να συνομιλήσει με την οδύνη που εμπεριέχουν οι γονεϊκές σχέσεις και δη αυτή με τον πατέρα, ο οποίος ασυνείδητα υπηρετεί το επιβεβλημένο ανδρικό πρότυπο μιας άλλης ή πολλών άλλων γενεών. Kαι πάλι, αποφεύγοντας την ευκολία της καταγγελίας ή της κούφιας κριτικής.
Οι ερμηνείεςΥπάρχει μια δεδομένη πρόκληση στο θέατρο ντοκουμέντο όπου ο ηθοποιός είναι ερμηνευτής και τροφοδότης της πληροφορίας. Εδώ, θέλοντας και μη, εκτίθεται στο κοινό σε μεγαλύτερες δόσεις από το σύνηθες: γίνεται εξομολογητής των εμπειριών του, έπειτα γίνεται αφηγητής και ενσώματη μαρτυρία τους· και η ερμηνευτική του εμπλοκή πρέπει να είναι τόσο ισορροπημένη, ώστε να μην κλίνει τελείως προς το προσωπικό, αλλά να κρατά τις αποστάσεις της υπόδυσης. Αυτό το απαιτητικό σχήμα υπηρετεί ωραία η πενταμελής ομάδα των Γιώργου Βαλαή, Κωνσταντίνου Μωραΐτη, Μάρως Σταυρινού, Κωνσταντίνας Τάκαλου και Ρίνο Τζάνι σε όλες τις στροφές της σκηνοθεσίας: εκεί που γίνονται φορείς της μαρτυρίας (τους) αλλά κι εκεί που την αποδομούν, αποδομώντας μαζί και το πατριαρχικό αφήγημα – ή τουλάχιστον κάποιες ρίζες αυτού που όλοι, μα όλοι αναγνωρίζουμε. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στην Κωνσταντίνα Τάκαλου και τον Γιώργο Βαλαή για το βάθος και την εσωτερικότητα που έδωσαν στη σκηνική μελέτη των προσωπικών τους υλικών.
Η σκηνοθεσίαΑπό τη στιγμή που μιλάμε για ένα έργο σε σύλληψη του Ανέστη Αζά, η σκηνοθεσία μοιάζει για εκείνον να έχει ξεκινήσει από νωρίς· δηλαδή από τη φάση της γραφής. Το σκηνοθετικό μοτίβο εκκινεί από το αμιγώς προσωπικό και ολοένα διευρύνεται τη σφαίρα του συλλογικού – με την έννοια αναπαραγωγής της κοινής ανάμνησης, της συγγενικής πρακτικής και των αξιών, της ίδιας εποχής όπου τα κοινωνικά πρότυπα ήταν παρεμφερή – αν όχι ίδια. Στο ενδιάμεσο, φροντίζει να εμβολίζει αλλά και να «προδίδει» τη ρεαλιστική αφήγηση – και όποιο συναίσθημα ή σκέψη αυτή υπηρετεί – μέσα από σουρεαλιστικές εκτονώσεις και εκρήξεις γκροτέσκου, η μια εκ των οποίων αντλεί από ‘παραστάσεις’ της ελληνικής οικογένειας όπως αποτυπώθηκαν στον παλιό, δήθεν ‘αθώο’, ελληνικό κινηματογράφο. Σταθερά του εργαλεία, ο ρυθμός, η μουσικότητα, η έντονη σωματικότητα, η καλή αίσθηση του χιούμορ και η χρήση της τη σωστή στιγμή.
Σταθερός συνεργάτης του Αζά στις σκηνοθετικές του απόπειρες, ο Παναγιώτης Μανουηλίδης ενορχηστρώνει αλλιώς γνωστά τραγούδια – από Ντάνιελ Τζόνσον και Beatles έως Άκη Πάνου – συμβάλλοντας εύστοχα στη λειτουργία της αφήγησης ή στην ανατροπή και την παραδοξότητα της.

Στιγμιότυπο από μια σουρεαλιστική σκηνή της παράτασης.
Προχωρώντας από τη μια ιστορία στην άλλη – και παρότι η μουσική ή ο αυτοσχεδιασμός των ηθοποιών δρα ως συνδετικός κρίκος – υπάρχουν σημεία όπου οι μεταβάσεις στην αφήγηση μένουν σε κάποια αιώρηση, δημιουργώντας μικρά χάσματα στη ροή της παράστασης.
Ένα πολύ ενδιαφέρον νέο έργο πάνω στο πατρικό αρχέτυπο, εκτελεσμένο εξίσου ευρηματικά από το σκηνοθέτη και τους ηθοποιούς του.