Με ένα «ταξίδι στα χρώματα» παρομοίασε τη μεγάλη αναδρομική έκθεση του Αλέξη Ακριθάκη, που φιλοξενείται στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς, η κόρη του και συνεπιμελήτρια της έκθεσης, Χλόη Ακριθάκη. Ένα ταξίδι μέσα από περισσότερα από 250 έργα, από όλες τις περιόδους της δημιουργικής και περιπετειώδους διαδρομής του, που αναζητήθηκαν σε περισσότερες από 70 ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές.
Το ταξίδι αυτό είναι «ευχάριστο, αλλ’ όχι χαλαρό» επισήμανε ο έτερος συνεπιμελητής, Αλέξιος Παπαζαχαρίας, αφού, αν ο θεατής παρατηρήσει προσεκτικά τους πίνακες μέσα από τους οποίους ξεχύνεται η χρωματική έκρηξη που χαρακτηρίζει το έργο του Ακριθάκη, θα δει να παραμονεύουν τέρατα, κανόνια, δάκρυα κ.ά. γιατί ήταν ένας «βασανισμένος καλλιτέχνης – μην σας μπερδεύουν τα χρώματα», τόνισε κατά την παρουσίαση της έκθεσης ο Σταύρος Πετσόπουλος, από τις εκδόσεις Άγρα, που ανέλαβε την έκδοση του πολυσέλιδου τόμου που συνοδεύει την έκθεση.
Χρονολογική αφήγηση
Η παρουσίαση των έργων γίνεται χρονολογικά, παρακολουθώντας τις δημιουργικές περιόδους του καλλιτέχνη, φιλοξενώντας έργα που σε μεγάλο βαθμό δεν έχουν παρουσιαστεί ξανά στο κοινό, όπως τα πρώιμα πορτρέτα φίλων που φιλοτέχνησε πριν στραφεί αποφασιστικά στο έντονα χρωματικό ψυχεδελικό underground της δεκαετίας του 1960 – οι μεγαλύτεροι θα θυμούνται τις κατακόκκινες γλώσσες φωτιάς στο εξώφυλλο του δίσκου του Σαββόπουλου «Μπάλλος», στα χρόνια της δικτατορίας.
Τα έργα του της δεκαετίας του 1970, παρακολουθούν την πολιτική αναταραχή που διαπερνά τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες –ο ίδιος άλλωστε έχει εγκατασταθεί από το 1968 στο Βερολίνο, όπου θα ζήσει έως το 1984– και στρέφονται αποφασιστικά προς ευανάγνωστα πολιτικές, έντονα αντιδικτατορικές διατυπώσεις. Παράλληλα, την ίδια εποχή διατυπώνει μοτίβα, όπως οι βαλίτσες, που θα χαρακτηρίσουν έκτοτε το έργο του.
Πίνακες και εγκαταστάσεις
Στην αναδρομική έκθεση του Μουσείου Μπενάκη παρουσιάζονται εκτενώς αυτά που ο ίδιος ο καλλιτέχνης ονόμαζε «τα παλιόξυλα και τα παλιοσίδερά μου», κατασκευές με ξύλα από τη θάλασσα και με λαμπάκια της δεκαετίας του 1980, που αναδεικνύουν μια άλλη πτυχή, λιγότερο γνωστή στο ευρύ κοινό, του δημιουργικού του έργου.
Η εκθεσιακή διαδρομή ολοκληρώνεται με τα τελευταία του έργα, της δεκαετίας του 1990, μεγεθύνσεις και επαναλήψεις γνωστών μοτίβων, αλλά και τα σπαρακτικά πορτρέτα των τροφίμων του Δρομοκαΐτειου, όπου νοσηλεύτηκε με κλονισμένη, σωματικά και ψυχικά, υγεία τον τελευταίο χρόνο της ζωής του.
«Τι βλέπεις εδώ;»
Η έκθεση «Μια γραμμή κύμα» οφείλει τον τίτλο της σε μια παιδική απάντηση της κόρης του στη συνηθισμένη ερώτησή του για τις ζωγραφιές που της έφτιαχνε, «Τι βλέπεις εδώ;» και είναι η τρίτη παρουσίαση που προκύπτει από την επεξεργασία του Αρχείου Ακριθάκη –είχαν προηγηθεί οι εκθέσεις «Τσίκιτσίκι» (Μουσείο Μπενάκη, 2019) και «Οι ιστορίες του Αλέξη Ακριθάκη» (Κέντρο ΤεχνώνΔήμουΑθηναίων, 2018)– ενώ αποτελεί μόλις τη δεύτερη αναδρομική έκθεση του καλλιτέχνη, μετά από εκείνη που φιλοξενήθηκε στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (Δεκέμβριος 1997 – Φεβρουάριος 1998) και μετά στην Εθνική Πινακοθήκη (Μάιος – Ιούνιος
1998).
Στο πλαίσιο της έκθεσης, θα πραγματοποιηθούν θεματικές ξεναγήσεις για το κοινό από τους επιμελητές και από έναν ξεχωριστό καλεσμένο κάθε φορά. Παράλληλα, οργανώνεται και μια σειρά περιηγήσεων από τον Σάββα Θεουλάκη του Αρχείου Ακριθάκη, ώστε το κοινό να γνωρίσει το έργο του Αλέξη Ακριθάκη μέσα από τα βασικά στοιχεία και τα χαρακτηριστικά που το κάνουν, όπως έλεγε και ο ίδιος, να «είναι Ελλάδα».
Αλέξης Ακριθάκης (1939-1994)
Γεννήθηκε στην Αθήνα και από τα μαθητικά του χρόνιαενδιαφέρθηκε για τη ζωγραφική,χωρίς να κάνει ποτέ επίσημες σπουδές. Η γνωριμία του με τον φιλόσοφο και ποιητή Γιώργο Μακρή τον οδήγησε στη συστηματική ενασχόληση με την τέχνη. Την περίοδο 1958-1960 έζησε στο Παρίσι, όπου γνωρίστηκε με τον Αλμπέρτο Τζιακομέτι. Το 1968 πήγε στο Βερολίνο μευποτροφία του γερμανικού κράτους. Εκεί συνδέθηκε με τον Κωνσταντίνο Ξενάκη και ήρθε σε επαφή με κύκλους του χορού και του θεάτρου. Το 1965 παρουσίασε την πρώτη ατομική του έκθεση στο Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας, την οποία οι κριτικοί δέχτηκαν με επιφύλαξη. Ακολούθησαν ατομικές παρουσιάσεις σε διάφορες ευρωπαϊκές γκαλερί, ανάμεσα στις οποίες και του Αλέξανδρου Ιόλα.
Φύση ανήσυχη και επαναστατική, αρνήθηκε κάθε μορφής συμβατικότητα και έκανε τέχνη την ίδια τη ζωή. Η πρώτη φάση της δουλειάς του περιλαμβάνει συνθέσεις γραμμικές, ασπρόμαυρες, τα «τσίκι τσίκι», που δημιουργούσε ξεκινώντας από μια τυχαία κουκίδα πάνω στο χαρτί. Αργότερα άρχισε να χρησιμοποιεί συγκεκριμένα εκφραστικά σύμβολα, όπως τον ήλιο, τη φωτιά, το μάτι, το πουλί, την καρδούλα, το ελικόπτερο, το αεροπλάνο, το καραβάκι, το βέλος και να δημιουργεί συνθέσεις με έντονες χρωματικές αντιθέσεις και περιγράμματα, καθώς και τη βαλίτσα, που αποτέλεσε ένα επαναλαμβανόμενο σύμβολο της αιώνιας φυγής.
Σε μια μεταγενέστερη φάση, χρησιμοποιώντας καινούργια ή φθαρμένα ξύλα και ενσωματώνοντας στην επιφάνειά τους διάφορα ευτελή υλικά, δημιούργησε ξύλινες κατασκευές, που στη συνέχεια εμπλουτίστηκαν με επιζωγραφίσεις και λαμπάκια, καθρεφτάκια και πλαστικά λουλούδια. Παράλληλα πραγματοποίησε σειρές με κολλάζ, ενώ το 1986, σε συνεργασία με τον Γιώργο Λάππα, δημιούργησε το «Τσίρκο». Σε πιο περιορισμένη κλίμακα ασχολήθηκε επίσης με την εικονογράφηση βιβλίων και φιλοτέχνησε σκηνικά και κοστούμια για θεατρικές παραστάσεις.
Αναδρομική έκθεση «Αλέξης Ακριθάκης. Μια γραμμή κύμα»
Μουσείο Μπενάκη, Πειραιώς 138
Διάρκεια: 12.2 – 24.5.2026
Ώρες λειτουργίας: Πέμπτη, Κυριακή: 10.00-18.00, Παρασκευή, Σάββατο: 10.00-22.00
Είσοδος: 9 €, μειωμένο 7 €