Δύο ώρες πριν είχαν ανοίξει οι ουρανοί. Τα νοτισμένα βήματα και οι ομπρέλες στο χέρι έκαναν πιο ατμοσφαιρική την άφιξη Onassis Dance Days ’26 – κάτι σαν «dancing in the rain» – αυτή την πρώτη ημέρα του χορευτικού φεστιβαλικού τετραημέρου της Στέγης, που για 13 χρονιά συνεχίζει την παράδοση που καλλιέργησε: νέες Ελληνίδες και νέοι Έλληνες χορογράφοι σε δημιουργική ελευθερία να παρουσιάσουν τη δουλειά τους. Σε αντίθεση με όλες τις προηγούμενες χρονιές όπου επέλεγα την κεντρική ημέρα της διοργάνωσης – συνήθως Σάββατο με τις γεμάτες αίθουσες να είναι κάπως αυτονόητες – φέτος παρακολούθησα το ODD κατά την πρεμιέρα του. Η διαφορά; Πιο ‘καθαρό’ κοινό, δηλαδή συνειδητοί θεατές του χορού και σε πιο ήσυχο mode – μεσοβδόμαδα γαρ.

Και η Μαρλένε Φρέιτας στο φετινό ODD.
Και παρότι η Πορτογαλέζα σταρ της περφόρμανς Μαρλένε Φρέιτας – που σάρωσε το περασμένο καλοκαίρι στην Αβινιόν – δεν είχε ανέβει ακόμα στη σκηνή της Στέγης, εστίασα στις ελληνικές δυνάμεις της διοργάνωσης· πρακτικά σε τρία σόλο. Και φέτος (όπως και πέρυσι) η αισθητική του ελληνικού χορού μοιάζει να ακολουθεί ολοένα και εντονότερα τα διεθνή ερεθίσματα: περισσότερο εικαστικό περιεχόμενο, η μουσική ως ταυτοτικό αποτύπωμα, αυξημένη χρήση πολυμέσων, πιο δυναμικές δραματουργίες, πιο ισχυρό εννοιολογικό πλαίσιο. Με λίγα λόγια, λιγότερη κίνηση, μεγαλύτερη ροπή στην περφόρμανς.
Για αρχή, η Έλενα Αντωνίου με το «ΟDE». Η ΕλληνοΚύπρια χορογράφος επανήρθε στη Στέγη μετά το «Landscape» του 2023 – που την έφερε ελπιδοφόρα σε αρκετές σκηνές της Ευρώπης – για να παραμείνει προσηλωμένη στην θεματική της γυναικείας χειραφέτησης εντός του πατριαρχικού κόσμου. Στο -1 της Στέγης, την είδα να γίνεται πολλές γυναίκες. Ντυμένη σε ένα κοστούμι στο χρώμα του δέρματος, ευάλωτη από τη μια και με αρχέγονη δύναμη από την άλλη, χτυπούσε το πόδι της σαν πολεμικό ταμπούρλο, κάθε φορά που ένα καινούργιο πρόσωπο αναδυόταν στη σκηνή: ήταν μια γυναίκα που παραιτείται, κουράζεται, απελπίζεται αλλά και μια γυναίκα που ξαναβρίσκει το θάρρος της, αγωνίζεται. Το χέρι της προταγμένο σε γροθιά, το χέρι της που καλεί ερωτικά σαν σειρήνα και που σε δευτερόλεπτα σχηματίζει την κάνη ενός όπλου. Για μια στιγμή αυνανίζεται και την επόμενη κοιλοπονάει, λες και περιμένει να γεννήσει το μωρό της. Η Αντωνίου πέφτει και σηκώνεται σε μια επώδυνη λούπα, την ώρα που η grunge κιθάρα της μουσικού Μαρία Σπίβακ (η οποία περιφέρεται σαν σκιά γύρω της) μοιάζει να ορίζει χρονικά αυτόν τον κύκλο της γυναικείας ζωής σε συχνότητα μάχης.

Η Έλενα Αντωνίου σε σκηνή του “ODE”.
Όσην ώρα χρειάζεσαι ν’ ανέβεις πέντε ορόφους. Τόσος είναι ο χρόνος που χωρίζει το «ODE» από το σόλο της Κατερίνας Φώτη. Στη Μικρή Σκηνή της Στέγης, η χορεύτρια και χορογράφος δίνει πνοή στην καινούργια της δημιουργία «Rest in Blue». Θα χρειαστεί περισσότερος χρόνος για να την ανακαλύψεις κάτω από layers κεντητών και σεμέν που φτιάχτηκαν με ψιλοβελονιά και σχηματίζουν το κοστούμι της (Λίνα Σταυροπούλου) μα τελικά αναμοχλεύουν τη μνήμη της.
Με τη συνοδεία του φοβερού blending από τον Jan Van Angelopoulos που μιξάρει electro ήχους των zeros με το δημοτικό τραγούδι «Τσοπανάκος ήμουνα, προβατάκια έβοσκα» (για έναν αιώνα αποτελούσε το ακουστικό σήμα κατατεθέν της ελληνικής ραδιοφωνίας), η Φώτη σκάβει στο παρελθόν της για να συναντήσει μικρά μνημεία αυτού που υπήρξε – από ρούχα για clubbing με πούλιες και στρας έως walkman και compilation κασέτες – και την έχουν φέρει σε ένα σήμερα με μικρότερο περιεχόμενο αναφορών και αναμνήσεων. Ο χορογραφικός κώδικας της, διακριτός και ποτισμένος από πικρή, μελαγχολική αλλά και κόμικ διάθεση της προσδίδει το χαρακτήρα μιας ποπ σάτιρας, η οποία δεν ‘περνάει’ μόνο ως σχόλιο για τη γενιά των σαραντάρηδων αλλά της προσθέτει και μια φρέσκια εντοπιότητα, αναδεικνύοντας το κομμάτι της ως ευρηματικό.

“Rest in Blue” για την Κατερίνα Φώτη.
Παρόμοια χαρακτηριστικά, αν και από άλλη διαδρομή, φέρει και το τελευταίο ελληνικό έργο της βραδιάς, το «FAE» του Ευθύμιου Μοσχόπουλου. Με αναμνήσεις υπαίθρου που συνόδευσαν την παιδική του ηλικία και όρισαν την ανθρωπινότητα του, ο Μοσχόπουλος εμφανίζεται στη σκηνή σαν ένα νεογέννητο προβατάκι που παλεύει να σταθεί στα κοκαλιάρικα πόδια του.
Αναμειγνύοντας τη χορευτική με την κινηματογραφική αφήγηση (με την οποία επίσης καταπιάνεται με ζήλο) δημιουργεί ένα παράλληλο κόσμο όπου το σώμα φαντάζει ως γλυπτό και το ντοκιμαντέρ ως σκηνή καθημερινής ζωής· όπου άνθρωπος και ζώο μοιράζονται τις ίδιες ανάγκες σίτισης, συνύπαρξης, μοιράσματος και μιας πρωτόγονης αθωότητας που μόνο στη φύση επιβιώνει ακόμα. Το «FAE» μοιάζει με ζωντανό βουκολικό πίνακα που τιμά την προέλευση της τροφής και της ζωής, έντονα ποιητικό, έντονα εικαστικό και συνάμα πολύ αληθινό.

Ο Ευθύμιος Μοσχόπουλος στο “FAE”.
Παρακολουθώντας τη θεματική που έθεσαν οι επιμελητές του Onassis Dance Days ’26 σχετικά την έρευνα γύρω τις αντιφάσεις του οικείου και του ανοίκειου, και οι τρεις δημιουργοί επέλεξαν – συνειδητά ή ασυνείδητα – να αντλήσουν από το προσωπικό τους απόθεμα, την ανάγκη τους να εστιάσουν σε στιγμές και βιώματα που τους σχημάτισαν, υψώνοντας τις παραστάσεις τους (μοιραία) από προσωπικές σε συλλογικές θέσεις.
Eιδικά στις περιπτώσεις των έργων της Κατερίνας Φώτη και του Ευθύμιου Μοσχόπουλου αυτή η προβληματική εμπλουτίστηκε κι άλλο: το καταγωγικό στοιχείο, το υλικό της προγονικής μνήμης και η συνθήκη ενός άλλου τόπου και χρόνου μπόλιασαν τις χορογραφικές τους αφηγήσεις, καταφέρνοντας να υπογραμμίσουν μια made in Greece κατασκευή, κάτι καθαρόαιμα ντόπιο (και επουδενί φολκόρ), χαρακτηριστικά που, εκτιμώ, πως κάθε έργο, το οποίο εκτίθεται στην αχανή, διεθνή αγορά έχει ανάγκη για να ξεχωρίσει. Μακάρι, με τη στήριξη της Στέγης και οι τρεις χορογραφίες έργα να βρουν εξόδους σε άλλα μάτια και κοινά που θα αντιληφθούν από το τοπικό, το παγκόσμιο.