Κατερίνα Φώτη. Έλενα Αντωνίου. Ευθύμιος Μοσχόπουλος. Τρεις Έλληνες χορογράφοι της νεότερης γενιάς βούτηξαν στις προσωπικές τους δεξαμενές για να δημιουργήσουν τα τρία έργα που θα παρουσιάσουν στο Onassis Dance Days από την Πέμπτη 5 έως την Κυριακή 8 Φεβρουαρίου.
Οι βιωμένες τους μνήμες, τα τραύματα, τα πένθη, οι φόβοι, οι ταυτότητες, οι παλιοί και οι νέοι αγαπημένοι ακουμπούν, εμπνέουν και παλινοδρομούν πάνω στις έννοιες του οικείου και του ανοίκειου που έμελλε να οριστεί ως η φετινή θεματική του χορευτικού φεστιβάλ της Στέγης. Και οι τρεις τους μας εξοικειώνουν με τα υλικά που θα παρουσιάσουν αυτό το τετραήμερο.
Η Έλενα Αντωνίου χορεύει και χορογραφεί στο «ODE»
Δύο χρόνια μετά το «Landscape», ένα εντυπωσιακό σόλο επιτηδευμένης υπερσεξουαλικοποίησης του γυναικείου σώματος, η Έλενα Αντωνίου παραμένει προσηλωμένη στη γυναικεία θεματική. Η νέα της χορογραφία είναι μια ερευνητική προσπάθεια στην πολύπλευρη φύση της γυναίκας και της θηλυκότητας, «του τι σημαίνει δυνατή γυναίκα, γυναίκα με εξουσία, αλλά και γυναίκα ευάλωτη». Όλες αυτές τις προσεγγίσεις η Αντωνίου τις μοιράζεται – αυτή τη φορά με τη μουσικό Μαρία Σπίβακ. Επί σκηνής – και πάλι σε ένα βάθρο, μια υπερυψωμένη πλατφόρμα προκειμένου «οι θεατές να έχουν την ελευθερία μιας πιο έντονης παρατήρησης, μειώνοντας τις αποστάσεις» – η Κύπρια δημιουργός θέλει να ανατρέψει την εικόνα της, αυτό που το κοινό της αποδίδει: «Το physic μου μαρτυρά μια γυναίκα δυνατή, χειραφετημένη, μια εικόνα που εξαιτίας του κοινωνικού βλέμματος πρέπει να υπερασπιστώ – κι όμως κρύβω μια αθέατη ευάλωτη πλευρά. Τι γίνεται, λοιπόν, όταν η κοινωνία δεν μας δίνει άλλη επιλογή;».
Αντωνίου και Σπίβακ θα συνομιλήσουν επί σκηνής η μία σαν δορυφόρος της άλλης: «σαν προστάτιδα, σαν παρατηρήτρια, σαν φροντίστρια, σαν μια παρουσία που δηλώνει ‘δεν είσαι μόνη’. Συμφωνούμε σε ένα πλαίσιο συλειτουργίας όπου εκτός από στιγμές συντονισμού και στήριξης, θα υπάρχουν στιγμές διαφωνίας. Η σκηνική μας σχέση θα διατρέξει πολλές εκφάνσεις συνύπαρξης», εξηγεί η δημιουργός της παράστασης.
Η Έλενα Αντωνίου επιμένει να αντλεί στοιχεία μέσα από τα προσωπικά της βιώματα αφού «δεν γίνεται αλλιώς, αν θέλω να δουλεύω στο τώρα. Η βάση μου είναι η Κύπρος, μια κλειστή πατριαρχική κοινωνία, στην οποία εγώ, ως 45χρονη γυναίκα, η οποία δεν έχει παντρευτεί, δεν έχει γίνει μητέρα – δεν είναι και τόσο σημαντική ως γυναίκα στα μάτια του συνόλου. Όλα αυτά είναι ίχνη που μένουν μέσα μου και πρέπει να βρω έναν τρόπο να τα επικοινωνήσω, να αντιδράσω. Δεν μπορώ να ξεφύγω από το βίωμα», τονίζει.
O χορός είναι από τις ελάχιστες σωματικές εκφράσεις που διατηρούν την αγνότητα τους, είναι ένα μέσο οικειότητας χωρίς προσπάθεια
Το «ODE» ταυτίζεται αυτόματα με τη θεματική του φετινού Φεστιβάλ Onassis Dance Days που καταπιάνεται με τις συγκρουόμενες έννοιες του οικείου και του ανοίκειου. Καθώς η Έλενα Αντωνίου μελετά την οικεία της γυναικεία φύση, διαπιστώνει πως η αμφισβήτηση της ελευθερίας της «τείνει να γίνει κανονικότητα, ενώ θα έπρεπε αυτή η βία να μας είναι ανοίκεια. Προσπαθώ κάθε μου μέρα να είναι μια προσπάθεια ενάντια στην εξοικείωση με αυτήν την πραγματικότητα». Την ίδια ώρα, ο χορός – όπως και πολλές μορφές τέχνης – είναι ένα πεδίο οικειότητας σε απέναντι σε έναν εχθρικό κόσμο. «Νομίζω ότι ο χορός είναι από τις ελάχιστες σωματικές εκφράσεις που διατηρούν την αγνότητα τους, είναι ένα μέσο οικειότητας χωρίς προσπάθεια, χωρίς ταμπέλες, που διαρκώς σε γειώνει και σου θυμίζει που πατάς. Το σώμα πάντα μιλάει – ίσως γι’ αυτό τα κέντρα εξουσίας προσπαθούν να το καθυποτάξουν».
Η Αντωνίου, όπως και κάθε ελληνόφωνη δημιουργός του χορού, αντιμετωπίζει την πολλαπλώς καταγεγγραμένη δυσκολία να υπάρξει ως καλλιτέχνης. Όπως μεταφέρει, στην Κύπρο υπάρχει πρόγραμμα στήριξης του Χορού από το Υπουργείο Πολιτισμού· «υπάρχει όμως και έλλειψη οράματος. Κανείς δεν παρακολουθεί την πορεία των καλλιτεχνών, προκειμένου να διασφαλίζεται μια καταγραφή και ένα κριτήριο ενίσχυσης του καθενός από αυτούς».
Ευτυχώς, ένα πρώτο βήμα αναγνώρισης και καταγραφής ήρθε μέσα από την πορεία του «Landscape», το οποίο περιοδεύει για τρίτη χρονιά χάρη στο πρόγραμμα εξωστρέφειας Onassis Stegi Touring Program. «Χάρη σε αυτή τη βοήθεια βρήκα μια ορατότητα που δύσκολα θα εξασφάλιζα με άλλο τρόπο κι ευτυχώς συνάντησα θερμή αποδοχή. Νιώθω ότι η δουλειά μου και το θέμα της επικοινωνεί, όχι μόνο μέσα από τις εξαιρετικές κριτικές που γράφτηκαν στο εξωτερικό, αλλά κυρίως γιατί επικοινωνεί με τον κόσμο. Δεν θα ξεχάσω, σε ένα θέατρο στην Ιταλία, τον κόσμο να περιμένει να με χειροκροτήσει έξω από το κτήριο – καθώς η παράσταση είναι φτιαγμένη να κλείνει χωρίς χειροκρότημα. Να μια πολύ όμορφη στιγμή, την ώρα που ο χώρος μας δίνει περισσότερες απογοητεύσεις».
Το «ODE» ανεβαίνει στο -1 Στέγης από τις 05 έως 8 Φεβρουαρίου στις 18.00

@Πηνελόπη Γερασίμου.
Είναι millennial κορίτσι. Και οι εικόνες και εμπειρίες με τις οποίες γαλουχήθηκε ως τέτοιο, χάνονται ή έχουν οριστικά χαθεί. Η ταυτότητα, η φυσιογνωμία, τα στέκια της πόλης θυσιάζονται μπροστά σε μια αναδόμηση που δεν φροντίζει και δεν φορτίζει καμία μνήμη. Η Κατερίνα Φώτη μιλάει για τη μελαγχολία και το πένθος μιας γενιάς σε μια πόλη, το έλλειμα των αναφορών και της ρίζας «για όσα χάνουμε μεγαλώνοντας από τον εαυτό μας και τον κόσμο γύρω μας αλλά και το ποιοι γινόμαστε μετά από αυτά». Η χαμένη πόλη ως χαμένη μνήμη κάτω από μπλε μουσαμάδες των, υπό κατασκευή, κατοικιών και ξενοδοχείων ήταν μια ιδέα που απασχολούσε εδώ και καιρό την χορεύτρια και χορογράφο – τουλάχιστον όσον καιρό τα πάντα γύρω μοιάζουν με οικόπεδο προς αξιοποίηση.
Η ζωή πρόλαβε την ιδέα: η Φώτη έχασε αιφνιδιαστικά τον πατέρα της και την ίδια περίοδο έμαθε πως ήταν έγκυος στο γιο της. «Μέσα σε αυτό το πυρηνικό πένθος της απώλειας αλλά και της μητρότητας όπου, με έναν τρόπο πενθείς αφού τίποτα δεν μοιάζει με πριν όταν ένα πλάσμα ζει απόλυτα εξαρτώμενο από σένα – αποφάσισα να αναζητήσω τα δικά μου θεμέλια. Τότε είδα πως τα προσωπικά μου υλικά αντανακλούσαν τα συλλογικά». Τότε γεννήθηκε το «Rest in Blue», το οποίο μοιραία χαρακτηρίζει «αυτοεθνογραφία», «μια ωδή σε όσα μας θεμελιώνουν, μια μικρή τελετουργία για τις μανιέρες, τις συνήθειες, τα βιώματα, για το σωματικό μνημείο που φέρουμε παρότι δεν το θέλουμε πάντα, για τους ανθρώπους που μοιάζουμε με τα κτήρια καθώς κλονίζονται από τις μπουλντόζες».
Μετά το «Kitchen» που δημιούργησε για την Eleusis Πολιτιστική Πρωτεύουσα, η Κατερίνα Φώτη επιχειρεί να απαντήσει στο ερώτημα «ποια είμαι μέσα σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον». Αυτή τη φορά οργανώνει την πιο προσωπική της δουλειά, σε μια καθαρόαιμη συνομιλία με τον εαυτό, τις αναμνήσεις, τη γραμμή του αίματος που κυλάει στις φλέβες και στις φλέβες του μωρού της, μια παράσταση για το χθες και το αύριο που είναι η συνέχεια της μνήμης.
Δεν ξέρεις ποτέ τι εκπλήξεις μπορεί να φέρει η έρευνα για μια χορογραφία. Ακόμα και εδώ, όπου ανακαλώ εντελώς δικά μου υλικά, το έργο πέρασε στην ανοίκεια φάση μέχρι να ξαναγίνει οικείο
Η Φώτη θεωρούσε πάντα αφετηριακό σημείο της δημιουργίας να γίνεται προσωπική στις δουλειές της αφού, όπως λέει, «αν θέλεις να μπεις στην ουσία μιας σκέψης ή μιας κατάστασης πρέπει να ανακαλύψεις κάτι μέσα σου που να σε κλονίζει». Κι έτσι, η σύνδεση με την θεματική του Onassis Dance Days ήρθε αυτόματα – αν και όπως παρατηρεί «δεν ξέρεις ποτέ τι εκπλήξεις μπορεί να φέρει η έρευνα για μια χορογραφία. Ακόμα και εδώ, όπου ανακαλώ εντελώς δικά μου υλικά, το έργο πέρασε στην ανοίκεια φάση μέχρι να ξαναγίνει οικείο».
Το «Rest in Blue» γεννήθηκε και μεγάλωσε μαζί με το παιδί της, λες και ήθελε να της υπενθυμίσει πόσο ευάλωτες είναι οι χορεύτριες σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, ειδικά αφού γίνουν μητέρες. Η συγκυρία του Onassis AiR Residency που της προσφέρθηκε από την Στέγη ήταν «μεγάλο προνόμιο», δίνοντας της και χρόνο για έρευνα και ευκαιρία για δικτύωση. «Η συνθήκη του fellowship είναι πολύ δημιουργική και απελευθερωτική, από τη στιγμή που, εκτός θεσμών και διοργανώσεων, αναγκαζόμαστε να υπάρχουμε σε ένα περιβάλλον fast track παραγωγών το οποίο είναι πολύ κουραστικό ψυχοφθόρο. Για πρώτη φορά αισθανόμουν την ησυχία ότι δεν χρειάζεται να κάνω παράλληλα κι άλλα πράγματα για να επιβιώσω, δίνοντας μου τη δυνατότητα να αναπτύξω ένα καθαρό τρόπο δουλειάς».
Η Κατερίνα Φώτη είναι ενεργή στις διεκδικήσεις της χορευτικής κοινότητας, «τον πιο αβοήθητο χώρο του ελληνικού πολιτισμού» όπως σημειώνει, στην τελευταία μακρά φάση όπου οι επιχορηγήσεις αναγκάζουν τους δημιουργούς σε έναν δαίδαλο γραφειοκρατίας προσφέροντας ελάχιστα χρήματα και πολλή ψυχική φθορά. Αναγνωρίζοντας τις εγγενείς δυσκολίες που προκύπτουν από την απαξιωτική συμπεριφορά του ΥΠΠΟ, προτείνει πως ο χώρος του ελληνικού χορού πρέπει να γίνει πιο ευρηματικός στην εκπαίδευση, άρα και ανάπτυξη του κοινού. «Ελάχιστοι παραγωγοί παίρνουν το ρίσκο να στηρίξουν παραστάσεις χορού, τα πράγματα δεν λειτουργούν όπως στο θέατρο. Επομένως, παρά τις αξιόλογες δουλειές, η χορευτική παραγωγή παραμένει περιορισμένη και εξαιρετικά ζορισμένη. Γι’ αυτό και πρέπει να πάρουμε γενναίες αποφάσεις: πρέπει να καλλιεργήσουμε μια εξωστρέφεια, να βρούμε πιο εύληπτους τρόπους επικοινωνίας με τον κόσμο, να είμαστε πιο άμεσοι αφού μερικές φορές επικρατεί στο χορό η αστική λογική. Αλλά ο χορός δεν είναι για τους λίγους».
Το «(Rest in) Blue» ανεβαίνει στη Μικρή Σκηνή της Στέγης από τις 05 έως 8 Φεβρουαρίου στις 19.00

@Πηνελόπη Γερασίμου
Μεγαλωμένος σε ένα χωριό της ελληνικής περιφέρειας, παιδί αγροτικής οικογένειας «με άμεση επαφή και σχέση με τη φύση, τα ζώα, την παραγωγή και την επεξεργασία της τροφής» ο Ευθύμιος Μοσχόπουλος άντλησε εικόνες, μυρωδιές και εμπειρίες της παιδικής και εφηβικής του ηλικίας ως βασικό υλικό για τη νέα του χορογραφία. «Αυτές οι εμπειρίες άνοιξαν ερωτήματα γύρω από έννοιες όπως η συγγένεια και η ταυτότητα και με ώθησαν να φέρω αυτόν τον κόσμο στη σκηνή. Από εκεί προέκυψε η αρχική ιδέα ενός τραπεζιού, ως τόπου συνάντησης και αφορμής για μοίρασμα, σαν να καλώ φίλους να μαγειρέψουμε μαζί και να ανταλλάξουμε ιστορίες», εξηγεί. Εξ ου και η εντολή του «φάε» στα λατινικά, κοινό βίωμα για κάθε παιδί που έχει μεγαλώσει σε αυτή τη χώρα – είτε έρχεται ως μια προτροπή έγνοιας είτε ως γονεϊκή επιβολή.
Ο Μοσχόπουλος αντιμετωπίζει τη χορογραφία ως μια συλλογική εμπειρία γύρω από τη φροντίδα και την επιβίωση, μέσα από τα μάτια ενός queer σώματος – ακολουθώντας μια μη γραμμική αφήγηση που άλλοτε λειτουργεί με χιούμορ, υπαινικτικά και άλλοτε με ωμότητα. Ο ίδιος έχει την εμπειρία ενός τέτοιου σώματος που μεγαλώνει σε έναν τόπο, ο οποίος δεν έχει καμία αναφορά ή πλαίσιο σχετικά με την ύπαρξή του· ή που, όπως τονίζει, «δεν μπορεί να κατανοήσει γύρω του τίποτα γι’ αυτό που καταλαβαίνει για τον εαυτό του. Το σώμα δημιουργεί μια queer σχέση με τη φύση. Εκεί τίποτα δε χρειάζεται να εξηγηθεί, δεν υπάρχει κανονικότητα ή δυαδικότητα, τίποτα δεν είναι σταθερό. Σε αυτή τη ρευστότητα και τη διαρκή μεταμόρφωση βρίσκει έναν ενδιάμεσο χώρο για να μπορέσει να υπάρξει και να νιώσει αποδεκτό, μη ηρωικό, ευάλωτο». Ο Ευθύμιος ανακαλεί το περιστατικό του θανατηφόρου τραυματισμού μιας χήνας από τον σκύλο της οικογένειας: ο δεύτερος, μάλλον παίζοντας, χτύπησε τη χήνα που βρέθηκε πληγωμένη πολύ αργότερα, χωρίς ελπίδες να επιβιώσει. Θυμάται να της κρατά συντροφιά μέχρι να πεθάνει· κι αυτό, όπως λέει, στα μάτια του «είναι queer».
Υπό αυτό το πρίσμα, ο χορευτής και χορογράφος μπήκε μέσα στη θεματική του φετινού ODD περί οικείου και ανοίκειου. Για εκείνον η συγγένεια δεν είναι δεδομένη, αλλά διαμορφώνεται μέσα από τη συνύπαρξη. «Στο έργο το σώμα κινείται σε ένα χώρο, ανάμεσα σε ό,τι αναγνωρίζεται ως οικείο και σε ό,τι απορρίπτεται ως ανοίκειο. Η συγγένεια δεν προκύπτει από τη σταθερότητα, αλλά από τη διαρκή διαπραγμάτευση αυτής της απόστασης. Η σχέση με τη φύση και το ζώο λειτουργεί ως πεδίο όπου το ανοίκειο δεν απειλεί, αλλά συνυπάρχει. Εκεί, δεν απαιτείται κατανόηση ή κανονικοποίηση, το σώμα μπορεί να υπάρξει μέσα στη ρευστότητα, στη μεταμόρφωση και στη φθορά. Αυτή η συνύπαρξη συγκροτεί μορφές συγγένειας βασισμένες στην εγγύτητα, την ευαλωτότητα και τη φροντίδα. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που κάθε κοινότητα συγκροτείται ως ένας χώρος επιλεγμένης συγγένειας, ένα δίκτυο σχέσεων που βασίζεται στη φροντίδα, την κοινή ιστορία και την ανάγκη για επιβίωση μέσα σε έναν εχθρικό κόσμο», διευκρινίζει.
Ο χορός υπενθυμίζει ότι η πραγματικότητα είναι εδώ και ότι η επιθυμία για δράση, αλλαγή ή ευθύνη παραμένει ανοιχτή
Είναι για τον Ευθύμιο Μοσχόπουλο ο χορός μια καταφυγή σε αυτόν τον εχθρικό κόσμο; Πιστεύει πως θα ήταν αυταπάτη να περιμένουμε από τον χορό ή από την τέχνη γενικότερα να μας γλιτώσει από οτιδήποτε ανοίκειο, βίαιο ή εχθρικό υπάρχει γύρω μας. «Ο ρόλος της τέχνης είναι, μέσα σε αυτόν τον βίαιο κόσμο, να επισημαίνει την πραγματικότητα, να την καθιστά ορατή και να αντιστέκεται στη λήθη και στην εξοικείωση με τη βία. Υπό αυτή την έννοια, ο χορός μπορεί να δημιουργεί στιγμές οικειότητας, όχι επειδή ακυρώνει το ανοίκειο, αλλά επειδή μας φέρνει σε άμεση επαφή με αυτό. Yπενθυμίζει ότι η πραγματικότητα είναι εδώ και ότι η επιθυμία για δράση, αλλαγή ή ευθύνη παραμένει ανοιχτή».
Φυσικά, παρά τον καθοριστικό κοινωνικό ρόλο των τεχνών, η επιβίωση των καλλιτεχνών, ειδικά στον τομέα του χορού, ήταν και παραμένει αμφίβολη. Ο Μοσχόπουλος την χαρακτηρίζει «επισφαλή». «Υπάρχει κινητικότητα, υπάρχουν καλλιτέχνες με ανάγκη για έκφραση, έρευνα και πειραματισμό, αλλά παράγουν δουλειά με περιορισμένα μέσα και αρκετά συχνά χωρίς θεσμική στήριξη. Ελάχιστες δομές είναι αυτές που επιτρέπουν διάρκεια και βιωσιμότητα. Πολλά project βασίζονται στην προσωπική εργασία και αντοχή των καλλιτεχνών, πράγμα που οδηγεί σε εξουθένωση και δυσκολία συνέχειας. Ωστόσο, μέσα σε αυτή την έλλειψη στήριξης, αναπτύσσονται αυτοοργανωμένες πρακτικές και πιο ριζοσπαστικές φωνές. Οι καλλιτέχνιδες/ες συνεχίζουν να υπάρχουν, όχι επειδή υποστηρίζονται, αλλά επειδή επιμένουν. Το πεδίο επιβιώνει όχι χάρη στο σύστημα, αλλά παρά το σύστημα» τονίζει, προσθέτοντας τη φωνή του στην κραυγή ενός κλάδου που βρίσκεται συστηματικά εκτός αξιοπρεπών επιχορηγήσεων, στήριξης της εξωστρέφειας ή κάθε άλλης παροχής βιωσιμότητας.
Κι έτσι, φτιάχνοντας το «FAE» στο πλαίσιο των Onassis Air Fellows, βίωσε την εξαίρεση ενός θεσμού, όπως είναι η Στέγη, που προσφέρει εργαλεία σε νέους χορογράφους. «Το πρόγραμμα μου έδωσε τον χρόνο, τον χώρο και τα χρήματα για να εστιάσω σε δικές μου ιδέες και να δοκιμαστώ ως δημιουργός. Στην Ελλάδα, η δυνατότητα να οργανώσεις, να ερευνήσεις και να αναπτύξεις μια ιδέα χωρίς την αγωνία του αποτελέσματος αποτελεί σημαντικό προνόμιο. Πέρα από αυτό, καθοριστικό ρόλο έπαιξε η υποστηρικτική δομή του προγράμματος, όπου πίσω από αυτό υπάρχει μια ομάδα επαγγελματιών η οποία δουλεύει με αφοσίωση ώστε οι καλλιτέχνες να έχουν τις καλύτερες δυνατές συνθήκες στην ερευνητική διαδικασία. Μέσα από το Onassis AiR δημιούργησα ουσιαστικές επαφές με άλλους καλλιτέχνες, ανέπτυξα συνεργασίες, έλαβα mentoring από επαγγελματίες που στη συνέχεια εντάχθηκαν στο ίδιο το project και απέκτησα πρόσβαση σε ένα διεθνές δίκτυο. Αυτό το networking μου επέτρεψε να ταξιδέψω, να παρουσιάσω τη δουλειά μου σε σημαντικούς οργανισμούς, να συμμετάσχω σε residencies και να μπω σε διάλογο με διαφορετικά καλλιτεχνικά πλαίσια. Για όλους αυτούς τους λόγους, θεωρώ ότι το Onassis AiR αποτέλεσε για μένα την αρχή και το πέρασμα σε μια νέα φάση της πορείας μου στο χορό».
Το «FAE» ανεβαίνει στο -1 της Στέγης από τις 05 έως 8 Φεβρουαρίου στις 20.00
ONASSIS DANCE DAYS ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
Πέμπτη 5.2 – Κυριακή 8.2
18:00 | “ODE” της Έλενας Αντωνίου, -1, Διάρκεια: 43 λεπτά
19:00 | “(REST IN) BLUE” της Κατερίνας Φώτη, Μικρή Σκηνή, Διάρκεια: 45 λεπτά
20:00 | “FÁE” του Ευθύμιου Μοσχόπουλου, -1, Διάρκεια: 45 λεπτά
18:00- 22:30 | “Tectonic Riders” της Έφης Γούση, Προβολή σε λούπα, -1 Black Box, Διάρκεια: 5 λεπτά και 43 δευτερόλεπτα
Παρασκευή 6.2 – Κυριακή 8.2
21:00 | “NÔT” της Marlene Monteiro Freitas, Κεντρική Σκηνή, Διάρκεια: 90 λεπτά