Την εβδομάδα που πέρασε πήγαμε θέατρο και σινεμά, ακούσαμε μουσική, διαβάσαμε βιβλία, παρακολουθήσαμε την επικαιρότητα – και όσα κρατήσαμε θέλουμε να τα μοιραστούμε μαζί σας. Συγκεντρώσαμε ότι μάς κέντρισε το ενδιαφέρον και μάς ενθουσίασε ή μας απογοήτευσε!
(+) Πόσο ευάλωτες είναι οι αρθρώσεις της δημοκρατίας;
Την περασμένη Τρίτη βρέθηκα στον Κεραμεικό, στο μικρό αλλά γοητευτικό Arroyo, για να παρακολουθήσω «Το Καταραμένο Παιδί», ένα από τα αριστουργήματα του Ονορέ ντε Μπαλζάκ, που ανεβαίνει για πρώτη φορά στο ελληνικό θέατρο. Με μεγάλη περιέργεια και ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον, λοιπόν, μπήκα στο θέατρο Arroyo, όπου αντίκρισα μια ζεστή, σχεδόν οικεία σκηνή με αντικριστά τα καθίσματα των θεατών και τη δράση να τοποθετείται στο κέντρο, γεγονός που σε κάνει να νιώθεις πως ανήκεις κι εσύ στην αυλή. Και κάπως έτσι γίνεσαι ένας αόρατος παρατηρητής μπροστά στις επίμονες προσπάθειες του πρωταγωνιστή της ιστορίας, του Κόμη, που φέρεται βάναυσα στη γυναίκα του, απαιτώντας έναν γιο. Φυσικά, όσο προχωρούσε η πλοκή, τόσο πιο σύνθετο γινόταν το κουβάρι της ιστορίας – κάτι που συνηθίζει, εξάλλου, ο Μπαλζάκ – αφού, αρνούμενος να αναγνωρίσει τον πρωτότοκό του, ο Κόμης οδηγείται σε ένα σκληρό παιχνίδι της μοίρας…
Η ιστορία ήταν πράγματι συγκινητική, αυτό όμως που με άγγιξε περισσότερο ήταν ο τρόπος που η παράσταση “φώτισε”, χωρίς κραυγές αλλά με μια σχεδόν καθημερινή ωμότητα, τις πατριαρχικές βεβαιότητες, την κληρονομική αντίληψη της εξουσίας και εκείνες τις κοινωνικές προσδοκίες που μπορούν να σε τσακίσουν πριν καν προλάβεις να καταλάβεις τι συνέβη. Όλα αυτά, δηλαδή, που μέχρι σήμερα μπορεί να βιώνουμε. Φεύγοντας, είχα την αίσθηση πως είχα μόλις παρακολουθήσει κάτι αληθινά ξεχωριστό. Μια παράσταση που μου έσφιξε διακριτικά το στομάχι, αφήνοντας μια γλυκόπικρη επίγευση… Εξάλλου, όπως και ο ίδιος ο συγγραφέας έλεγε, το “Καταραμένο Παιδί” είναι «ένα μικρό μελαγχολικό ποίημα, όπου τίποτα δεν θα μπορούσε να ειπωθεί με άλλον τρόπο». Και οι σκηνοθέτες Λάζαρος Βαρτάνης και Στέφανος Παπατρέχας – με τον εξαιρετικό τους θίασο – μετέφεραν αυτό το μελαγχολικό ποίημα στη σκηνή, με τον τρόπο που έπρεπε.
Δάφνη Τζώρτζη

@alex petsavas
Βρεθήκαμε σε μια ξεχωριστή βραδιά – μια συναυλία που διοργάνωσε η ομάδα του Plisskën- που έμοιαζε με γιορτή αφιερωμένη στη μεγάλη διαδρομή του Mulatu Astatke, ενός δημιουργού που κατάφερε να μπολιάσει την παγκόσμια τζαζ σκηνή με αφρικανικό παλμό. Μια εμφάνιση στο πλαίσιο του «Farewell Tour» του παγκόσμιου θρύλου της ethio-jazz και της μπάντας του, που ήταν αρχικά προγραμματισμένη για τον Σεπτέμβριο στο Θέατρο Βράχων και μεταφέρθηκε τελικά στο CT Theater την Τρίτη 25 Νοεμβρίου – έναν χώρο που αποδείχθηκε πολύ ταιριαστός για αυτό το live.
Μπαίνοντας στην αίθουσα, είχα την αίσθηση ότι όλοι γύρω μου ήξεραν ακριβώς γιατί βρίσκονταν εκεί. Υπήρχε μια ήρεμη, συγκεντρωμένη προσμονή μια βεβαιότητα ότι θα βλέπαμε έναν θρυλικό καλλιτέχνη να κλείνει έναν μεγάλο κύκλο της πορείας του. Όταν ο 82χρονος Astatke εμφανίστηκε, χωρίς εισαγωγές και χωρίς λόγια, ένιωσα τον χώρο να αλλάζει, σαν να πέρασε μια κοινή ανάσα από την πλατεία μέχρι τη σκηνή. Η οκταμελής μπάντα που τον πλαισίωνε λειτούργησε σαν προέκταση της μουσικής του σκέψης: νεότεροι μουσικοί με εντυπωσιακή δεξιοτεχνία, δυναμικούς αυτοσχεδιασμούς αλλά και με βαθύ σεβασμό στη μουσική γλώσσα του. Το setlist περιλάμβανε τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές του: Yèkèrmo Sèw, Tezeta, Dewel, Nètsanèt, Mulatu, Yekatit.
Η επικοινωνία του με το κοινό ήταν άμεση καθ’ όλη τη διάρκεια της βραδιάς. Κάθε φορά που στρεφόταν προς την πλατεία με ένα ήρεμο χαμόγελο, γινόταν σαφές πως η βραδιά είχε προσωπικό βάρος για τον ίδιο. Προς το τέλος, όταν ευχαρίστησε το κοινό για τις δεκαετίες αφοσίωσης, η συγκίνηση ήταν αμφίδρομη. Οι θεατές ανταπέδωσαν με ένα από τα πιο παρατεταμένα χειροκροτήματα που έχει φιλοξενήσει ο χώρος.
Μάρη Τιγκαράκη
Την εβδομάδα που μάς πέρασε στο Θέατρο Olvio παρακολούθησα το ανέβασμα του βραβευμένου έργου «Δεσμώτης» της Νατάσας Σίδερη από την ομάδα Πτωχαλαζόνες, με τη σκηνοθετική υπογραφή του Κώστα Παπακωνσταντίνου. Η ιστορία του Νήφο, ενός άντρα, που αδυνατόντας να ξεπληρώσει τη δόση του δανείου του και κινδυνεόντας να χάσει το σπίτι του, δανείζεται χρήμστα από τον φίλο του Κάλλιο, αποτελεί μια αλληγορία για την ανελέητη “μέγγενη” του χρέους. Το έργο ξεκινάει ως ρεαλιστικό κοινωνικό δράμα και μεταμορφώνεται σιγά σιγά σε έναν καφκικό εφιάλτη κοινωνικού κανιβαλισμού. Ένα ψυχολογικό θρίλερ όπου το χρήμα δεν είναι απλά ένα μέσο συναλλαγής αλλά μια “μεταφυσική δύναμη” που ορίζει την ηθική, την ύπαρξη και την ίδια την πραγματικότητα.
Ο Κώστας Παπακωνσταντίνου ενορχηστρώνει ένα σύμπαν κλιμακούμενης ασφυξίας όπου ο δαιδαλώδης και περίπλοκης λογικής μηχανισμός του χρέους δεν είναι παρά ένας ολοκληρωτισμός καμουφλαρισμένος με το προσωπείο της κανονικότητας, της οικογενειακής εστίας και της αστικής ευγένειας. Σε έναν κόσμο όπου το να χρωστάς θεωρείται ηθικό ελάττωμα, όπου όποιος έχει το χρήμα ακσεί τον απόλυτο έλεγχο πάνω στον πιο ανίσχυρο, όπου η οικονομική εξάρτηση δύναται να διαλύσει την ανθρώπινη υπόσταση, όπου οι ανθρώπινες σχέσεις -οικογενειακές, φιλικές- εμφανίζονται ως ναρκισσιστικές προεκτάσεις του “εγώ”, θυσιαζόμενες στον βωμό του χρήματος και της διατήρησης του “ιερού” status quo της ιδιοκτησίας, όπου η γλώσσα χρησμιμοποιείται ως “όχημα” χειραγώγησης, διαστρέβλωσης και υποταγής, τα σκηνικά της Φιλάνθης Μπουγάτσου και της Νατάσας Λέκκου εγκλωβίζουν τον ήρωα ως υπενθύμιση της «Σισύφειας» εργασίας του, του αναπόδραστου του χρέους του και της ματαιότηταςς της αντίστασης, οι φωτισμοί του Γιώργου Αγιαννίτη παιρνούν από το φως της υπόσχεσης της επιτυχίας του σύγχρονου καπιταλισμού στο ημίφως του ηθικού ζόφου όπου κυριαρχούν τα ένστικτα. Η μουσική του Βασίλη Κουτσιλιέρη λειτουργεί υποβλητικά, σαν μια δυσοίωνη απειλή χωρίς συγκεκριμένη μορφή που αιωρείται στον αέρα εντείνωντας την υποβόσκουσα αγωνία.
Ο Δημοσθένης Ξυλαρδιστός στον ρόλο του Νήφο -του οφειλέτη- ενσαρκώνει τον υπαρξιακό τρόμο του σύγχρονου ανθρώπου σε καθεστώς σύγχρονης δουλοπαροικίας, του ευάλωτου, που ζει στη μέσα στην επισφάλεια, την υποτίμηση της εργασίας που παράγει και την ενοχή του ότι, με τα στάνταρ της επιφανειακής, απάνρθωπης κοινωνίας, απέτυχε, του οποίου το χρέος -συγκεκριμένα εκείνοι στους οποίους χρωστάει- έρχεται να του στερήσει την ελεύθερη βούληση, την αυτοδιάθεση του σώματος και πνεύματος, με λίγα λόγια την ίδια του την ανθρώπινη υπόσταση και ύπαρξη, μετατρέποντας τον από υποκείμενο σε αντικείμενο όπου τίποτα δεν του ανήκει, ούτε καν ο ίδιος του ο χρόνος ή τα μέσα για την επιβίωση του. Οι Στέφανος Κοσμίδης και Αγγελική Μαρίνου -ως ο δανειστής και η σύζυγος του- ενσαρκώνουν επί σκηνής την “κοινοτοπία του κακού”, στο μεταίχμιο του πολιτισμού και της βαρβαρότητας, εκεί όπου τα “αρπακτικά” δεν χρειάζεται να υψώσουν τη φωνή τους ή να χύσουν αίμα, αλλά με τρομακτική ψυχραιμία, ψυχρή “λογική”, απατηλούς καλούς τρόπους και την αλαζονεία των ανθρώπων στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας έχουν πείσει τους εαυτούς τους ότι ο δικός τους τρόπος είναι ο μοναδικός τρόπος και είναι διατεθειμένοι να υποτάξουν οποιονδήποτε προσπαθήσει να αμφισβητήσει το “Ιερό Συμβλολαιο” της ιεραρχίας και του οικονομικού συμφέροντος πάνω στον οποίο κτίστηκε ο κόσμος τους. Τέλος, η Ειρήνη Δένδη, στον ρόλο της κόρης των δανειστών, γίνεται η φωνή μιας αντίστασης που σαν να γοητεύεται περισσότερο από ότι πρέπει από τον ήχο των λέξεων με τις οποίες διατυπώνεται, ωστόσο, δεν παύει να μας υπενθυμίζει πως μέσα στην ίδια την ίδια την οικογένεια η τοξικότητα παίρνει μορφή με τα μέλη να προσπαθούν να εκτονώσουν τις παθογένειες τους ο ένας πάνω στον άλλον.
Αριστούλα Ζαχαρίου

Anna Frants, To Make a Long Story Short από τη σειρά «Simple Pleasures», εγκατάσταση, 2024. Υποστήριξη: CYLAND Media Art Lab
Την Πέμπτη βρέθηκα στο MOMus-Πειραματικό Κέντρο Τεχνών, για την έκθεση «Natura Naturans: Άνθρωποι, Φύση, Τοπίο». Το μόνο που γνώριζα πριν μπω ήταν ότι το κεντρικό θέμα της είναι η φύση, μέσα από το πρίσμα της Οργανικής Τέχνης και της Πρωτοπορίας. Τελικά, όμως, η εμπειρία ήταν πολύ πιο ζωντανή και απρόσμενη απ’ όσο περίμενα.
Στον κάτω χώρο, τα έργα μιλούσαν για τη φύση με εντελώς διαφορετικούς τρόπους: από πίνακες της συλλογής της οικογένειας Frants, μέχρι πολύχρωμες φωλιές πουλιών φτιαγμένες από πλαστικά απόβλητα – μια τρυφερή αλλά και σκληρή υπενθύμιση του πώς τα ζώα προσαρμόζονται σε έναν κόσμο που συνεχώς αλλάζει. Στον επάνω όροφο, οι εγκαταστάσεις έπαιζαν με το φως, τον ήχο και την τεχνολογία, προσφέροντας μια διαφορετική οπτική για το περιβάλλον· όχι για να δώσουν απαντήσεις, αλλά για να μας κάνουν να σταθούμε λίγο παραπάνω σε όσα θεωρούμε δεδομένα. Από την έκθεση ξεχώρισα ακόμα τη live performance της καλλιτέχνιδας Jaanika Peerna. Η παρουσία της μπροστά από το γλυπτό της, την «Ψυχρή Αγάπη 2», έμοιαζε σαν προέκταση του έργου, το οποίο «ζωντάνευε» μπροστά στα μάτια μας μέσα από τις κινήσεις της. Φεύγοντας, ένιωσα ότι η έκθεση ανοίγει έναν διάλογο για τη συνύπαρξη της φύσης και της τεχνολογίας, καλώντας μας να επανεξετάσουμε τις δυνατότητες και των δυο.
Γιώτα Ευθυμούδη Μηνούδη
Σίγουρα δεν θα είμαι η μόνη που βρήκα ανατριχιαστικό το βίντεο με τα θύματα των γυναικοκτονιών να “ζωντανεύουν” μέσω AI. Ωστόσο θέλω να ελπίζω πως αυτό δεν θα αποτελέσει μία ακόμη φορά που θα συγκινηθούμε για 2-3 λεπτά και την ίδια μέρα της επόμενης χρονιάς δεν θα έχει αλλάξει τίποτα και απλώς θα αναλωνόμαστε σε δακρύβρεχτες αναρτήσεις. Οι φωνές της Ελένης, της Κυριακής, της Σοφίας, της Γαρυφαλλιάς, της Πολυξένης, της Ερατώς και της Ντόρας ας γίνουν η αφορμή για κάθε γυναίκα να ζήσει τη ζωή που ονειρεύεται χωρίς να γίνει ένας ψυχρός τίτλος ειδήσεων και το μόνο που θα μείνει από εκείνη να είναι μία σειρά από αναμνηστικές της φωτογραφίες.
Ήδη μια χαραμάδα φωτός άρχισε να φαίνεται. Ο όρος «γυναικοκτονία» αναγνωρίζεται και επίσημα στην Ιταλία, όχι επειδή δεν συγκαταλέγεται και εκείνη στο βαρύτατο έγκλημα της ανθρωποκτονίας, αλλά επειδή η λέξη αυτή κουβαλά την παθογένεια μιας κοινωνίας που δείχνει το πιο σκληρό της πρόσωπο στο θηλυκό γένος. Ναι, η γυναίκα είναι και εκείνη άνθρωπος φυσικά, η χρήση της λέξης «ανθρωποκτονία» ωστόσο στέκεται ανεπαρκής στο να προσδιορίσει την πραγματική αιτία που το νήμα της ζωής μιας γυναίκας κόβεται τόσο άδικα και βίαια. Καιρός να παραδειγματιστούμε κι εμείς νομίζω, με αναγνώριση του όρου και φυσικά την αντίστοιχη ποινή.
Μιλένα Αργυροπούλου