MENU
Κερδίστε Προσκλήσεις
ΤΡΙΤΗ
07
ΑΠΡΙΛΙΟΥ
  • ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΠΡΟΣΚΛΗΣΕΙΣ
    STATUS UPDATE

    Status Update: Πάνος Παπαδόπουλος, ηθοποιός

    Απόφοιτος της δραματικής σχολής του Εθνικού και φοιτητής της Γερμανικής Φιλολογίας. Εχει ταλένο στο σκίτσο. Παλιότερα, είχε αγωνία να κάνει τους γύρω του να γελούν.

    | ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΔΟΜΝΙΚΗ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ
    author-image Στέλλα Χαραμή
    Θυμάμαι χαρακτηριστικά στα τρία μου χρόνια, να κάθομαι στο σαλόνι και να παίζω την εισαγωγή της «Παναγιάς των Παρισίων» στον πατέρα μου, ενώ αυτός μαγνητοσκοπούσε στο βίντεο.

    Αγαπούσα τρομερά τις ταινίες της Disney και τις έπαιρνα σε κασέτες. Ακόμα βλέπω στον ύπνο μου ότι το σκάω απ’ το παράθυρο για να πετάξω πάνω απ’ το Λονδίνο κι ότι βγαίνω ραντεβού αιωρούμενος σε ιπτάμενα χαλιά… Αργότερα, στο Δημοτικό έστηνα με την Ιωάννα – την ξαδέλφη μου – αυτοσχέδιες παραστάσεις στο εξοχικό μας στις Σπέτσες και στο Γυμνάσιο, πήραμε και μια κάμερα για να γυρνάμε με τα υπόλοιπα παιδιά ταινίες μικρού μήκους, προσπαθώντας να δημιουργήσουμε κάποιο παρελθόν. Στο σχολείο συμμετείχα στη θεατρική ομάδα κι έτσι όλα φαίνεται να ήρθαν κάπως ελεύθερα και ομαλά. Σκίτσαρα, εκτός των, άλλων αρκετά καλά. Τώρα πια λιγότερο, γιατί δεν μ’ ενδιέφερε να το καλλιεργήσω. Μόνο όταν θέλω να κάνω ένα δώρο, ζωγραφίζω.

    Πιστεύω, παρόλο που δεν είχε καμία σχέση με τα καλλιτεχνικά επαγγέλματα, μεγάλη επιρροή σε μένα, έπαιξε η στάση ζωής του παππού μου.

    Το χαμόγελο και το γκρίζο ευγενικό του βλέμμα. Έμενε ακριβώς από κάτω μας και κάθε φορά που δεν άκουγε την πόρτα έτρεχα πάνω να πάρω τα κλειδιά για να την ανοίξω φοβισμένος. Πάντα ήθελα να βγάλω μια καλή φωτογραφία μαζί του για να τον θυμάμαι και μου ‘μεινε μονάχα αυτή από τη βάφτισή μου. Επίσης, με επηρέασαν πολύ δύο φίλοι – δάσκαλοι. Η Σοφία και ο Κώστας.

    Δεν είναι σίγουρα η πρώτη παράσταση που είδα, αλλά είναι από τις πρώτες και θυμάμαι πολύ έντονα εκείνη την ημέρα στο θέατρο Χορν,

    όταν πήγα να δω το «Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης» με τη Σοφία Φιλιππίδου.

    Προσπαθώντας σ’ αυτά τα πέντε χρόνια που κάνω θέατρο, να βγάλω κάποιο συμπέρασμα, έχω προς το παρόν οδηγηθεί, στο ότι είναι μεγάλη παρηγοριά για τους ιδιαίτερους, τους ευαίσθητους και τους μοναχικούς ανθρώπους.

    Τα ελαττώματα που βρίσκει καμιά φορά κανείς επάνω μας, όλες αυτές οι αναπηρίες και οι αδυναμίες, μπορούν να αποτελέσουν μεγάλο καύσιμο στο θέατρο. Τα αγκαλιάζει και τα φωτίζει με τέτοιον τρόπο που αν δουλέψουμε σ’ αυτά, μπορούν να γίνουν ακαταμάχητα και γοητευτικά. Νομίζω ότι παίζοντας θέατρο, καταφέρνω ν’ αναπνέω καλύτερα απ’ ότι στη ζωή, που πιάνω τον εαυτό μου να κρατάει την αναπνοή του ολοένα και περισσότερο με αυτά που τον εκπλήσσουν.

    Λένε ότι παρατηρούν σε μένα μια ροπή προς την κωμωδία.

    Είναι κάτι που το αισθάνομαι και το επιδιώκω. Ως θεατής μαγευόμουν από τους ηθοποιούς που κατάφερνουν να επικοινωνούν τόσο προσωπικά με το κοινό. Δούλεψα πολύ προς αυτή την κατεύθυνση. Είναι, κάποιου είδους, ναρκωτικό το να μπορείς να κάνεις τους άλλους να γελούν. Αισθάνεσαι έντονα πως κάτι προσφέρεις και επειδή το γέλιο είναι άμεσα εξαργυρώσιμο, εισπράττεις πίσω κι εσύ μια αγκαλιά. Βέβαια, όταν χάνεται η ισορροπία και το μέτρο, όλο αυτό μπορεί να γίνει επικίνδυνο. Χρειάζεται προσοχή. Η δουλειά που έχει να κάνει ο ηθοποιός είναι να πει την ιστορία με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, όχι να γίνει ο αγαπημένος του κοινού, ερήμην της παράστασης και των συμπαικτών του.

    Σε κάποιο βαθμό πιστεύω πως κάνω τους ανθρώπους να γελούν στην καθημερινότητά μου.

    Πολύ λιγότερο απ’ ότι παλιά σίγουρα. Μικρότερος, στο σχολείο πίστευα πως ο μοναδικός τρόπος για να με αγαπάνε, είναι να κάνω στους συμμαθητές μου αστεία. Έτσι έκανα λάθη, γελοιοποιήθηκα, ντράπηκα και μαζεύτηκα. Αρκετά αργότερα, στη Δραματική Σχολή του Εθνικού, κάποιοι καθηγητές μου, με επέπλητταν όταν έκανα τους συμμαθητές μου να γελούν, γιατί πίστευαν ότι με αυτόν τον τρόπο δεν θα μπορούσα να παίξω άλλους ρόλους. Ευτυχώς τώρα με την κρίση όλοι μπορούμε να βουτάμε στη θάλασσα δοκιμάζοντας κολύμπι προς οποιαδήποτε κατεύθυνση.

    Σίγουρα η σκηνοθεσία είναι κάτι που δεν μ’ ενδιαφέρει σε μεγάλο βαθμό.

    Στο «Γελώντας Άγρια» έγινε μια εξαίρεση,  γιατί ήταν μια πολύ ειδική συνθήκη. Έχουμε ουσιαστικά να κάνουμε με τους μονολόγους δύο ανθρώπων που δεν χωρούν πουθενά. Που θέλουν να μιλήσουν για όλα αυτά που τους απασχολούν, αναζητώντας την απρόσμενη γενναιοδωρία ενός ξένου που θα καθίσει να τους ακούσει. Πρόκειται για μια πολύ απλή συνθήκη, όχι τρομερών απαιτήσεων. Περισσότερο, δηλαδή, θυμίζει stand up και λιγότερο θεατρική παράσταση. Κάτω από αυτή τη σκέψη και με τη βοήθεια της Νάνσυς (Μπούκλη), θεώρησα πως θα μπορούσαμε να το τολμήσουμε.

    Πήγα σχολείο στην Ελληνογερμανική Αγωγή. Εκεί τα γερμανικά ήταν βασικό μάθημα.

    Συνεπώς απ’ το νηπιαγωγείο απέκτησα μια αρκετά καλή σχέση μαζί τους. Όταν ήρθε η ώρα των πανελλαδικών εξετάσεων αποφάσισα να δώσω στη Γερμανική Φιλολογία, γιατί έχω μια αγάπη για τους Γερμανούς συγγραφείς και τα κείμενα. Έδωσα, όμως, ταυτόχρονα και εξετάσεις στο Εθνικό Θέατρο όπου και πέρασα. Εκεί τα πράγματα ήταν πολύ απαιτητικά. Περνούσαμε δεκατρείς ώρες την ημέρα κλεισμένοι στη σχολή χωρίς να μπορούμε να δώσουμε χρόνο σε κάτι άλλο. Έτσι πέρασα δύο μόνο μαθήματα (Ελληνικά δε) και είναι κάτι που το φέρω βαρέως.

    Από τους Γερμανούς συγγραφείς έχω μια αδυναμία στον Κρετς.

    Είχα διαβάσει στα χρόνια της σχολής τέσσερα μονόπρακτά του και είχα ενθουσιαστεί με αυτή τη σκληρή ευαισθησία που έχει η γραφή του. Θυμάμαι δύο πολύ έντονα. «Τα αγαπημένα σας τραγούδια» και τις «Νέες Προοπτικές». Πιάνει ένα θέμα που με συγκινεί πολύ αυτός ο συγγραφέας. Αυτό της άγριας μοναξιάς του ανθρώπου που συνειδητοποιεί πως η ζωή τον έχει προσπεράσει.

    Αν και είναι από το σχολείο, θυμάμαι ακόμη μια γερμανική φράση που μου ‘χε τότε κάνει τρομερή εντύπωση ο ήχος της:

    « Die legende erzählt dass Αlexander der große ein schwester hatte die als nixe im meer von Kreta lebte». (Ο μύθος λέει, ότι ο Μέγας Αλέξανδρος, είχε μια αδελφή που ζούσε με τη μορφή γοργόνας στις ακτές της Κρήτης).

    Φέτος που έχω τη χαρά παίζοντας τον Βικτώρ, ένα 9χρονο αγόρι, επιστρέφω στιγμιαία στη παιδική μου ηλικία που είναι κάτι τρομερά ζωογόνο και αφοπλιστικό.

    Θυμάμαι έντονα από εκείνη την εποχή, τα ατέλειωτα απογεύματα στις Σπέτσες, τα παιχνίδια στην αυλή, τον αμμοπόλεμο, τις βόλτες με τα ποδήλατα, τις βουτιές στη θάλασσα, τα θερινά σινεμά… Όχι ότι δεν συμβαίνουν και τώρα καμιά φορά, αλλά σίγουρα με άλλον τρόπο. Δεν είμαστε αυτοί που ήμασταν τότε. Καταλάβαμε ότι δεν είμαστε άφθαρτοι κι αθάνατοι και λόγω διαφορετικών υποχρεώσεων, δύσκολα θα ξαναμαζευτούμε όλοι μαζί.

    Μια επαναστατική πράξη που θα ήθελα να κάνω είναι το να λέω πιο συχνά στους δικούς μου ανθρώπους ότι τους αγαπάω.

    «Δε σ’ αγαπώ, Σ’ αγαπάω!», όπως πολύ όμορφα το έχει αποτυπώσει κι ο Παλαμάς.

    Αν ακούγαμε περισσότερο τα παιδιά μέσα μας, σίγουρα θα είμασταν πιο αυθόρμητοι.

    Αυτό δεν είναι όμως και απαραιτήτως καλό. Έχουν και τα παιδιά μεγάλη αγριότητα στο βάθος. Η άγνοια δεν οδηγεί πάντα προς το φως. Προσωπικά πιστεύω αρκετά στη δύναμη της εμπειρίας, που είναι μεγάλη αδικημένη. Ξοδεύεις μια ολόκληρη ζωή για να την αποκτήσεις και κανείς δεν ενδιαφέρεται να την ακούσει.

    Καλύτερα να μην πάρω ποτέ μεγάλη εξουσία στα χέρια μου, γιατί μπορεί και να με τρομάξει ο εαυτός μου.

    Δεν θα ‘θελα να συνειδητοποιήσω την πιθανότητα του να χρησιμοποιήσω την εξουσία αυτή για προσωπικό μου όφελος, αδιαφορώντας για τους γύρω μου. Η εξουσία είναι μεγάλη παγίδα. Είναι κάτι το σκοτεινό κι εμένα το πολύ σκοτάδι με φοβίζει.

    Είναι μερικές φορές που τα πηγαίνω καλά με τον εαυτό μου.

    Καταφέρνω να τον κοιτώ με συμπάθεια και να τον επιβραβεύω. Άλλοτε, πάλι, αναζητώ ένα ανταποδοτικό βλέμα, ένα σκούντημα, κάτι που θα με βοηθήσει να πάω παραπέρα. Το δουλεύω αυτό μέσα μου αρκετά. Προσπαθώ να μην εξαρτώμαι σε μεγάλο βαθμό από τους άλλους. Να κάνω αυτό που θα με οδηγήσει το βράδυ στον ύπνο, όσο το δυνατόν πιο καθαρά συνειδησιακά.

    Θα ήθελα πολύ, κάποια στιγμή, να ζήσω έναν μεγάλο έρωτα

    γεμάτο εμπιστοσύνη, φως και τρυφερότητα. Σαν ατέλειωτο μακρύ καλοκαίρι.

    ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

    Ο Πάνος Παπαδόπουλος πρωταγωνιστεί στο έργο του Ροζέ Βιτράκ «Βίκτωρ ή τα παιδιά στην εξουσία». Η παράσταση ανεβαίνει στο Θέατρο Σφενδόνη. 

    Σκηνοθετεί ο Μάνος Βαβαδάκης. 

    Παίζουν επίσης οι Στέλλα Βογιατζάκη, Θανάσης Ζερίτης, Στέργιος Κοντακιώτης, Γιώργος Ονησιφόρου, Μαρία Παρασύρη, Φωτεινή Παπαχριστοπούλου.

    Περισσότερα από Πρόσωπα
    Μουσείο Τηλεπικοινωνιών: Ψηφιακές «βόλτες» & δραστηριότητες, για όσο #μένουμε_σπίτι
    Για να λαμβάνετε κάθε εβδομάδα στο email σας
    προτάσεις και προσκλήσεις από το Monopoli.gr
    ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ
    Αλλαγή μεγέθους γραμμάτων
    Επιλογή contrast