MENU
Κερδίστε Προσκλήσεις
ΤΕΤΑΡΤΗ
20
ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ
  • ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΠΡΟΣΚΛΗΣΕΙΣ
    ΡΕΠΟΡΤΑΖ
    Στην πρόβα: «Lulu» στο ‘Ιδρυμα Μιχάλη Κακογιάννη – ‘Ενα τσίρκο τεράτων
    Δέκα ημέρες πριν την πρεμιέρα της… εύθυμης τραγωδίας του Φρανκ Βέντεκιντ «Lulu» ο σκηνοθέτης της Γιάννης Χουβαρδάς ανοίγει την πρόβα και μιλά για το νέο του εγχείρημα μαζί με τους πρωταγωνιστές του Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Χάρη Φραγκούλη και ‘Αλκηστις Πουλοπούλου.
    KEIMENO: Στέλλα Χαραμή | 30.10.2019 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ALEX KAT

    Θαρρείς και λείπει η χαρακτηριστική κωνική τέντα, αλλά το εντυπωσιακό ριγέ πάτωμα που έχει ντύσει την Kεντρική Σκηνή του Ιδρύματος Κακογιάννη, σε υποδέχεται αμέσως σ’ έναν τσιρκολάνικο κόσμο. Οι κρίκοι, οι δοκοί, οι σκάλες και τα τρέιλερ δεν αφήνουν αμφιβολία για το περιβάλλον που δημιουργείται, ένα τσίρκο εν θεάτρω, όπου όλα χωρούν: Παιχνίδι, μεταμόρφωση, θλίψη και μελαγχολία, έρωτας και πάθος, γκροτέσκο και μπουλβάρ, θρίλερ και μυστήριο, άνθρωποι και θηρία.

    Ο Γιάννης Χουβαρδάς μπαίνει για τρίτη φορά σε αυτόν τον γοητευτικό μα κι επικίνδυνο κόσμο του Φρανκ Βέντεκιντ και σαν τολμηρός θηριοδαμαστής απελευθερώνει αυτό το αλλόκοσμο πλάσμα ενστσίκτων και παθών που ενσαρκώνει η Lulu.

    Στην πρόβα

    «’Ετσι όπως σε προίκισε ο Θεός τους κάνεις όλους εγκληματίες» αναφωνεί ο Χάρης Φραγκούλης στην Άλκηστη Πουλοπούλου, εκλιπαρώντας από έρωτα πεσμένος στα πόδια της. Κι ας είναι – σύμφωνα με τον Βέντεκιντ – ο γιος του άνδρα της, κι ας είναι η μητριά του. Τίποτα δεν σταματάει τη Lulu από το να μετατρέψει τη ζωή, όσων την περιβάλλουν, σε συντρίμια. Να τους οδηγήσει να χάσουν τον εαυτό και τα λογικά τους, να καταστραφούν ή να πεθάνουν. «Αν αυτοκτόνησαν άνδρες για χάρη μου, αυτό δεν μειώνει την αξία μου» επαίρεται – εκείνη που δεν έχει όνομα αλλά μπορεί να υποδυθεί με άνεση κάθε ρόλο και κάθε ανδρική φαντασίωση. Ή ν’ αποκτήσει το όνομα που της αποδίδει ο εκάστοτε σύντροφος και διεκδικητής της: Εύα για τον Κωνσταντίνο Αβαρικιώτη, Μινιόν για τον ‘Ακη Σακελλαρίου, Νέλλυ, Λούλου κ.ο.κ.

    Τα θύματα και θηράματα της στη σκηνή: Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Νίκος Χατζόπουλος, Χάρης Φραγκούλης, ‘Ακης Σακελλαρίου, Αλέκος Συσσοβίτης, Γιώργος Μπινιάρης, Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης. Κι εκείνη με αδηφάγα αλαζονεία να κομπάζει πως «είναι πολύ αδύναμοι για να ξεφύγουν από εκείνη».

    Άκης Σακελλαρίου, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Νίκος Χατζόπουλος, Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Αλέκος Συσσοβίτης, Χάρης Φραγκούλης και Γιώργος Μπινιάρης επί σκηνής.

    Το έργο

    Αν με το «Ξύπνημα της ‘Ανοιξης» καταπιάνεται με το πρώτο σεξουαλικό σκίρτημα και το έλλειμα διαπαιδαγώγησης των εφήβων, καταφέρνοντας μια γερή επίθεση στον πουριτανισμό και στο κατεστημένο, με την «Lulu» ο Φρανκ Βέντεκιντ σκανδαλίζει ανεπανόρθωτα τα ήθη των σύγχρονων του αποθεώνοντας την, δίχως φραγμούς, γυναικεία σεξουαλικότητα. Ο δημιουργός που δικαζόταν για την διάδοση «χυδαίων συγγραμάτων» και τα έργα του σκόνταφταν διαρκώς στη λογοκρισία της εποχής του, παραδίδει – στα τέλη του 19ου αιώνα – ένα έργο – ύμνο στην αχαλίνωτη φαντασίωση.

    Η «Lulu» είναι το κράμα που προέκυψε μετά τη ζύμωση δύο έργων του Βέντεκιντ: «Το Πνεύμα της Γης» που ανέβηκε στη Λειψία το 1898 και το «Κουτί της Πανδώρας» που παραστάθηκε για πρώτη φορά στη Νυρεμβέργη το 1904. Ηρωίδα και των δυο είναι η Λούλου, ένα πλάσμα εκτός του κόσμου τούτου, που καθηλώνει τους πάντες με την ομορφιά και τη σαγήνη της. Κακοποιημένη σεξουαλικά από τον μικροαστό πατέρα της, εφεύρει και στο τέλος εγκλωβίζεται μέσα σε ένα παιχνίδι σεξουαλικής επιβολής (ή μήπως εξολόθρευσης της πατριαρχικής κοινωνίας;) που νομοτελειακά θα την οδηγήσει στο θάνατο. Υπογράφοντας, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, τις δολοφονίες των συζύγων της, μέχρι που θα συναντηθεί με τον Τζακ, τον Αντερβγάλτη. Θα είναι αυτός που θα ανακόψει την καταστροφική πορεία της.

    Γιάννης Χουβαρδάς: Είναι ίσως το πιο αινιγματικό έργο του σύγχρονου ρεπερτορίου.

    Αυτό το “βλάσφημο” έργο επιλέγει να συναντήσει για τρίτη φορά στην σκηνοθετική του καριέρα ο Γιάννης Χουβαρδάς. Κι αυτό από μόνο του κάτι δηλώνει. ‘Ετσι, 30, και πλέον, χρόνια μετά την σκηνοθεσία της «Lulu» στη Νορβηγία το 1985 – νωρίτερα το είχε επεξεργαστεί και από τη θέση του βοηθού σκηνοθέτη – ο σκηνοθέτης υποκύπτει στη γοητεία του αφού συνιστά «ένα από τα κορυφαία έργα του εξπρεσιονισμού, αλλά και ένα αριστούργημα πάνω στο θεμελιώδες ερώτημα, αν η ανθρώπινη φύση μπορεί να επιβιώσει μέσα στις “συμπληγάδες” των κανόνων της αστικής κοινωνίας. Είναι ίσως το πιο αινιγματικό έργο του σύγχρονου ρεπερτορίου. Ο συγγραφέας του πάλευε με τους δαίμονες της Λούλου επί 21 συναπτά έτη».

    Αλλά δεν είναι μόνο το βάθος χρόνου κατά το οποίο ο Βέντεκιντ καταπιανόταν με τη «Lulu». Είναι και τα θεατρικά είδη που διατρέχουν το κείμενο, περνώντας από το ένα στιλ γραφής στο άλλο. Ο εξπρεσιονισμός συνδιαλλέγεται με την σάτιρα, την τραγωδία, τη φάρσα και το μπουλβάρ, αναγάγοντας το, στο περίφημο αυτό κράμα.

    Καρυοφυλλιά Καραμπέτη.

    Εξίσου έμπειρη στο παραισθησιογόνο κόσμο της «Lulu» εμφανίζεται και η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, που την έχει υποδυθεί υπό τις οδηγίες του Γιώργου Μιχαηλίδη στα γόνιμα χρόνια του Ανοιχτού Θεάτρου, με μια ερμηνεία που απογείωσε το άστρο της. Για την Καραμπέτη η «Lulu» είναι ένα έργο που «μελετά τη σύγκρουση ανάμεσα στην πραγματική φύση του ανθρώπου αφενός, όπως αυτή ορίζεται από τα ένστικτα, τον ερωτισμό, τις επιθυμίες, τις φαντασιώσεις και τα πάθη του και αφετέρου στους περιορισμούς, τα ταμπού και τις απαγορεύσεις που του επιβάλλει η αστική κοινωνία, μέσα από τη συμβατική και, καθαρά για λόγους οικονομικούς, δομημένη ηθική της. Η σύγκρουση αυτή δημιουργεί συνεχώς πρόσωπα που νοσούν, αδυνατούν να δημιουργήσουν υγιείς σχέσεις και οδηγούνται σε λουτρά αίματος, είτε μέσω της αυτοκτονίας, είτε μέσα από μια ατέλειωτη σειρά όλο και πιο τρομακτικών δολοφονιών. Σε αυτό το πλαίσιο παρατηρεί τη σχέση άντρα-γυναίκας μέσα στο καθεστώς της οικονομικής συναλλαγής είτε πρόκειται για την προβολή πάνω στη γυναίκα όλων των αντρικών φαντασιώσεων και της κτητικότητάς τους, είτε για την εκπόρνευση των γυναικών στις συνθήκες ακραίας φτώχιας που δημιουργεί στα περιθώριά του το καπιταλιστικό σύστημα, είτε ακόμη και για το οικονομικό συμβόλαιο πάνω στο οποίο στηρίζεται ο θεσμός του γάμου. Και επίσης τολμά να παρουσιάσει επί σκηνής τον ομοφυλόφιλο έρωτα μιας γυναίκας προς μιαν άλλη γυναίκα».

    Καρυοφυλλιά Καραμπέτη: Το έργο μελετά τη σύγκρουση ανάμεσα στην πραγματική φύση του ανθρώπου, όπως αυτή ορίζεται από τα ένστικτα, τον ερωτισμό, τις επιθυμίες, τις φαντασιώσεις και τα πάθη του

    Στο μεγαλείο του έργου συνηγορεί και ο Χάρης Φραγκούλης, παρότι δεν το είχε διαβάσει ποτέ μέχρι τώρα. «Ο Βέντεκιντ έχει γράψει ένα έργο πιο μεγάλο από αυτόν, ένα έργο που τον ξεπερνάει, βουτάει σε κάτι άγνωστο. Είναι μια δραματουργία που λες και έχει καταπιεί το συγγραφέα κι έχει μεταγγιστεί στους ήρωες του έργου. Αυτό είναι συγκλονιστικό κι εξηγεί γιατί η Λούλου είναι ένα πλάσμα που δεν θα κατακτήσει κανείς».

    Παρά τα τρομακτικά εμπόδια που συνάντησε στο στο δρόμο του, η πόρνη και η αγία του Βέντεκιντ ενέπνευσε σειρά δημιουργών σ’ όλο το φάσμα των τεχνών. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα «Το κουτί της Πανδώρας» του 1929, το αριστουργηματικό βωβό φιλμ του Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και η ομώνυμη όπερα του 1934 από τον Άλμπαν Μπεργκ.

    ‘Ακης Σακελλαρίου.

    Οι ήρωες – Οι ηθοποιοί

    Ο Φρανκ Βέντεκιντ χαρακτηρίζει τη Λούλου όσο και τις υπόλοιπες μορφές του έργου – θηλυκές και αρσενικές – ως τερατικές. Το έργο μάλιστα υποτιτλίζεται από τον συγγραφέα ως «τραγωδία τεράτων». Είναι άντρες και γυναίκες που, μολονότι έχουν μάθει να δρουν σαν αρπακτικά, γίνονται τα θηράματα στο άγριο ένστικτο της Λούλου που σφύζει από ζωή. Φυσικά, κανείς τους δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε μια υγιή επαφή.

    ‘Αλκηστις Πουλοπούλου: Η Λούλου ζει κάθε στιγμή με απόλυτη παρουσία

    Με αυτήν την αφετηρία ξεκινούν τη συνομιλία τους με τους ήρωες, οι εκλεκτοί ηθοποιοί της παράστασης.

    Ωστόσο, η ‘Αλκηστις Πουλοπούλου που ενσαρκώνει την ομώνυμη ηρωίδα, αποφασίζει να την αποκαθηλώσει από το δαιμονικό βάθρο της. Και εξηγεί: «Σε πρώτη ανάγνωση, η Λούλου αποδίδεται σαν μια “femme fatale”, μια σεξομανής που αποπλανεί και χειρίζεται τους άνδρες. Για μένα όμως, είναι μια γυναίκα γεμάτη ειλικρίνεια, αυθορμητισμό, φυσικότητα, με τεράστια όρεξη για ζωή, για παιχνίδι και επαφή με την ανάγκη να επιβιώσει σε μια σκληρή ανδροκρατούμενη κοινωνία. Είναι αληθινή και ειλικρινής με τον εαυτό της και αναγκάζει και τους άλλους να δουν ποιοι πραγματικά είναι. Επιβιώνει, ρισκάρει, κερδίζει, χάνει και αγαπάει. Ζει κάθε στιγμή με απόλυτη παρουσία».

    ‘Αλκηστις Πουλοπούλου.

    Ο Χάρης Φραγκούλης, πάλι, στέκεται με δέος μπροστά στα αιτήματα υπόδυσης των ηρώων του Βέντεκιντ, σαν να πρόκειται να παίξει το ρόλο του Ορέστη ή του Οιδίποδα. «Τέτοιου μεγέθους είναι οι ήρωες του Βέντεκιντ. Και για να τους χωρέσεις πρέπει να αποδειχτείς ότι δεν θα τα καταφέρεις στην αναμέτρηση μαζί τους. ‘Οσο για τα τεχνικά χαρακτηριστικά που απαιτεί η συνάντηση του ηθοποιού με αυτά είναι φοβερά σημαντικά και ανεξάντλητα. Με κεντρικά την καλή σχέση με το λόγο και με το σώμα του».

    Χάρης Φραγκούλης:  Για να χωρέσεις τους ήρωες του Βέντεκιντ πρέπει να αποδειχτείς ότι δεν θα τα καταφέρεις στην αναμέτρηση μαζί τους

    Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη συμφωνεί μαζί του, κρίνοντας πως ο ηθοποιός που αναμετράται με τη «Λούλου» πρέπει ανταποκριθεί σε μια σειρά δοκιμασιών: «Πρέπει να διαθέτει ετοιμότητα στο να περνάει ακαριαία από το ένα είδος στο άλλο με ελαφράδα και φαντασία, διατηρώντας όμως την αλήθεια της κάθε στιγμής. Επίσης, επειδή αυτοί οι ρόλοι είναι γραμμένοι με τόλμη, αιχμηρότητα και συνδιαλέγονται με τα σκοτεινά θέματα της σεξουαλικότητας, ξεσκεπάζοντας την κοινωνική υποκρισία, δεν πρέπει να έχει ενδοιασμούς ως προς την ειλικρίνεια και την ωμότητα της ερμηνείας του».

    Σκηνή από την παράσταση με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη.

    Η σκηνοθεσία

    Αναλαμβάνοντας την σκηνοθεσία – και εδώ πρόσθετα την διασκευή του έργου – ο Γιάννης Χουβαρδάς αναγνωρίζει πρωτίστως τις προκλήσεις του· που για τον ίδιο είναι δυσκολίες και αρετές μαζί: «Η ελεύθερη και ελευθεριάζουσα πένα του Βέντεκιντ, στο ανενδοίαστο παιχνίδι του με πολύ διαφορετικά και εν πολλοίς ασυμβίβαστα θεατρικά είδη, ο εκρηκτικός αισθησιασμός, η ακραία σωματικότητα που απαιτεί από τους ερμηνευτές, ο ερεθιστικός συνδυασμό αβυσσαλέου σκότους και εκτυφλωτικού φωτός».

    Με δεδομένο ότι πρόκειται λοιπόν, για ένα τερατώδες το υλικό του οποίου αποτελείται από τέσσερα διαφορετικά έργα και δεκάδες παραλλαγών επί μέρους σκηνών, πολλές από τις οποίες είναι σε ξένες γλώσσες – «το πρώτο πράγμα που με απασχόλησε (καταρχήν ως διασκευαστή) ήταν να εξαγάγω ένα ενιαίο κείμενο που να μην προδίδει τον πλούτο των πρωτότυπων εκδοχών και στη συνέχεια να περιηγηθώ χωρίς αυτολογοκρισία στον πολύχρωμο και αλλόκοτο κόσμο του έργου. Θα ήθελα να δώσω ένα μικρό κλειδί για τις πολλές πόρτες που οι θεατές καλούνται να ανοίξουν οι ίδιοι: Η παράσταση αναδεικνύει τα περιθωριακά και περιφρονημένα είδη θεάτρου, αυτά που λάτρευε ο Βέντεκιντ».

    Η αισθητική της παράστασης

    Καθώς η σκηνική κατασκευή της σταθερής συνεργάτιδας του Γιάννη Χουβαρδά, Εύας Μανιδάκη έχει μετατρέψει την Κεντρική Σκηνή του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη σε σκηνή τσίρκο, είναι φανερή η πρόθεση για τη δημιουργία ενός υπερεαλιστικού κόσμου που θα ανταποκρίνεται σε ένα ακατάκτο έργο.

    Η Εύα Μανιδάκη εξηγεί: «“Τα τέρατα” του Βέντεκιντ – όπως λέει και ο ίδιος ο συγγραφέας – ήταν η πηγή έμπνευσης για την αισθητική του σκηνικού χώρου, που έχει μνήμες από ένα παράξενο τσίρκο. Κάθε φορά, όταν καλούμαι να σχεδιάσω ένα σκηνικό πάντα σκέφτομαι και τον χώρο που θα παιχτεί η παράσταση και πως αυτός μπορεί να λειτουργήσει με όλες τις δυνατότητες που μας προσφέρει. Στην προκειμένη περίπτωση, ο χώρος θέασης έχει έντονη κλίση, έτσι η ίδια η σκηνή γίνεται, με έναν τρόπο, αρένα. Το δάπεδο της σκηνής παίζει πολύ σπουδαίο ρόλο. Είναι συνεχώς παρόν. Χρησιμοποίησα όλο το θέατρο ανοιχτό, με όλο το βάθος που έχει. Χρησιμοποίησα χώρους που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί ξανά – όπως το αναβατόριο φορτίων και το μπαλκονέτο στο πίσω μέρος της σκηνής. Κάθε φορά, ο χώρος μέσα από τις δράσεις μετασχηματίζεται και γίνεται ένα νέο σύμπαν στην ποιητική πλοκή του έργου».

    Στην όψη της παράστασης συνδράμουν τα καλόγουστα και μοντέρνα – με αναφορές στην κεντρική ιδέα – κοστούμια της Ιωάννα Τσάμη. Ο ίδιος ο Χουβαρδάς συνοψίζει την αισθητική της παράστασης «σ’ έναν κόσμο, όπου μπορούν να συμβιώσουν θεοί και δαίμονες, πόρνες και αριστοκράτες, μποέμ καλλιτέχνες και αδίστακτοι μαχαιροβγάλτες, πλούσιοι επιχειρηματίες και ταπεινοί τσιρκολάνοι, σεξ, βία, λυρισμός και ποίηση, τραγωδία και φάρσα, πρωτοπορία και κιτς, ασχήμια και ομορφιά, το μαύρο και το άσπρο».

    ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

    Πρεμιέρα: Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2019
    Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, Πειραιώς 206, Ταύρος τηλ.: 210 3418550, www.mcf.gr

    Συντελεστές:
    Διασκευή-Σκηνοθεσία: Γιάννης Χουβαρδάς
    Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας
    Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη
    Κοστούμια: Ιωάνννα Τσάμη
    Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου
    Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
    Βοηθός σκηνοθέτη: Ειρήνη Φαναριώτη
    Β΄ Βοηθός σκηνοθέτη: Ιωάννα Πιταούλη

    Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Γιώργος Μπινιάρης, Άλκηστις Πουλοπούλου, Άκης Σακελλαρίου, Αλέκος Συσσοβίτης Χάρης Φραγκούλης ,Νίκος Χατζόπουλος

    Περισσότερα από Art & Culture
    Ήξερες ότι υπάρχουν άλλες 5 «Σπάρτες» στις ΗΠΑ;