MENU
Κερδίστε Προσκλήσεις
ΔΕΥΤΕΡΑ
04
ΜΑΡΤΙΟΥ
ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

Μικρός Εγιόλφ του Ίψεν στο θέατρο Πόρτα- Unhappy end!

Ο Ίψεν μοιάζει να εμπνέει τους Έλληνες σκηνοθέτες να κάνουν υπερβάσεις και αλλαγές στα θέατρα και στον τρόπο που κάθονται οι θεατές. Μετά τον Γιάννη Χουβαρδά, ο οποίος στον “Αρχιμάστορα Σόλνες” έβαλε τον κόσμο να κάτσει στην σκηνή του θεάτρου του Ελληνικού Κόσμου και ο Δημήτρης Καρατζάς, που σκηνοθετεί στο Πόρτα τον Μικρό Εγιόλφ, αλλάζει τα καθίσματα και βάζει μια επικλινή κερκίδα, για να μπορεί το κοινό να παρακολουθεί από ψηλά τα δρώμενα επί σκηνής.

author-image Γιώργος Σμυρνής

Ο λόγος που το έκανε αυτό ο Καρατζάς είναι σημαντικός. Το σκηνικό, όπως το έχει στήσει, (ένας κύκλος ζωγραφισμένος στο σανίδι του θεάτρου) αλλά και όλη η παράστασή του, με τις κυκλικές κινήσεις των ηθοποιών, απαιτεί μια παρακολουθήσει από ψηλά, για να γίνει κατανοητή η καινοτόμα προσέγγιση του σκηνοθέτη. Μία σειρά μηχανικών κινήσεων και μια διάχυτη ειρωνεία εκμοντερνίζουν το ρεαλιστικό κείμενο των τελών του 19ου αιώνα και το φέρνουν στην μεταμοντέρνα θεατρική εποχή μας. Οι ερμηνείες δεν έχουν ρεαλιστικό περιεχόμενο, υπάρχει ένα στοιχείο μπρεχτικής αποστασιοποίησης και μινιμαλισμού, τα σκηνικά σχεδόν δεν υπάρχουν, ενώ στο μεταμοντέρνο αυτό θέαμα τα ρούχα εποχής που χρησιμοποιούνται, προσθέτουν χρώμα στην παράσταση και αισθητική ποιότητα και όχι μια ανάγκη να φανούν τα πράγματα ρεαλιστικά και η παράσταση έργο εποχής.

Θα έλεγα ότι ο νεανικός θίασος του Καρατζά (ομάδα Grasshopers) έδεσε πολύ καλά με την σκηνοθετική προσέγγιση του νεαρού και ταλαντούχου δημιουργού. Μέχρι να πάρει το έργο την τραγική του τροπή, το χιούμορ και οι αισθητικοί νεωτερισμοί, με το οποίο διάνθιζαν τα σκηνοθετικά το έργο, έδινε μια νέα πνοή στον μικρό Εγιόλφ. Αλλά η αποκάλυψη ήταν ο πιτσιρίκος Γιάννης Στρατούλιας που έπαιζε τον μικρό Εγιόλφ, ένα παιδάκι με πολύ ταλέντο, που απέδιδε τόσο καλά, όσο και οι ενήλικοι ηθοποιοί της παράστασης και μοιάζει να είναι -με το ταλέντο του- ένας από τους βασικούς λόγους που ανέβηκε αυτό το έργο.

Όταν όμως τα γεγονότα παίρνουν την τραγική τους τροπή και το δραματικό γεγονός του θανάτου του Έγιολφ καθορίζει τις σχέσεις των γονέων του και της θείας του, τότε το ύφος του έργου αλλάζει αρκετά. Το βάρος πλέον σηκώνουν οι διάλογοι και το δράμα των ηρώων και όχι τόσο τα σκηνοθετικά ευρήματα, η κινησιολογία και οι εικόνες. Κι εκεί ίσως χρειάζονταν σε κάποιες σκηνές πιο ώριμοι ηθοποιοί από τους νεαρούς και ταλαντούχους ηθοποιούς που ανέλαβαν να φέρουν σε πέρας το συγκεκριμένο έργο. Υπάρχουν σε κάποια σημεία ατάκες δηλητήριο, που θυμίζουν συγκρούσεις άντρα- γυναίκας σε θεατρικό έργο του Στρίμπεργκ, οι οποίες θα ήθελαν μεγαλύτερη ένταση και δεξιοτεχνία, αλλά και πείρα ζωής, η οποία να φαίνεται στο φιζίκ των ηθοποιών. Παρ’ όλ’ αυτά, ο θίασος και η σκηνοθετική προσέγγιση του έργου στάθηκαν σε αξιοπρεπή επίπεδα και παρουσίασαν μια ποιοτική δουλειά που αφήνει πολλές υποσχέσεις για το μέλλον. Ξεχώρισα πάντως τον Μιχάλη Οικονόμου και την Ελίνα Ρίζου.

Όσον αφορά το ίδιο το έργο του Ίψεν, θα έλεγα ότι παρουσιάζει ανάγλυφα τις αρετές και τα ελαττώματα της γραφής του σπουδαίου Νορβηγού δραματουργού. Ο Ίψεν και σε αυτό το έργο δείχνει ότι είναι ένας σπουδαίος story teller, με μεγάλη φαντασία, ενώ μπαίνει με βάθος στην ψυχή των ηρώων. Παράλληλα, είναι πολλά αυτά που υπονοούνται και δεν λέγονται απευθείας και υπάρχει μια σαρκαστική ματιά του συγγραφέα στην ανθρώπινη φύση. Από την άλλη, όμως, το έργο μοιάζει να κουβαλάει, από ένα σημείο και μετά, έναν φλύαρο ρομαντικό μοραλισμό. Το έργο θεωρώ ότι κουράζει στο φινάλε του.

Κατά τη γνώμη μου, το κορυφαίο τραγικό φινάλε της δραματουργίας είναι στον Γλάρο του Τσέχοφ. Είναι απλό, εξαιρετικά σύντομο, απόλυτα τραγικό. Και παράλληλα, είναι απολύτως ρεαλιστικό, αλλά έρχεται και σαν έκπληξη (μοιάζει με μπλόφα του συγγραφέα στους θεατές). Αντίθετα, το φινάλε του Μικρού Έγιολφ μοιάζει να είναι το απολύτως αντίθετο. Μετά το θάνατο του μικρού, ακολουθεί σχεδόν μισή ακόμα παράσταση. Το φινάλε τραβάει πολύ σε μάκρος, ενώ όλα τα συμβάντα, οι αποκαλύψεις, οι μεταβολές στους χαρακτήρες και στη ζωή τους, που έρχονται μαζί σαν καταιγίδα, παραφορτώνουν το μείγμα, υπονομεύοντας την πειστικότητά του.

Σε γενικές γραμμές, το συγκεκριμένο έργο ενδείκνυται στο πρώτο μέρος του για την μοντέρνα προσέγγιση του Καρατζά και τις επιλογές των ηθοποιών, ενώ προς το φινάλε χαλάει κάπως το μείγμα, ενώ και το έργο του Ίψεν παρουσιάζει κάποια προβλήματα στην πλοκή του. Ωστόσο, η παράσταση αυτή είναι μια ποιοτική και πολύ σύγχρονη δουλειά του νεαρού σκηνοθέτη και των ηθοποιών του, που χαρίζει αρκετές στιγμές απόλαυσης και πολλές υποσχέσεις για τη συνέχεια.

Γιώργος Σμυρνής

Περισσότερα από ΕΙΔΑΜΕ / Παραστάσεις
VIMA_WEB3b