MENU
Κερδίστε Προσκλήσεις
ΠΕΜΠΤΗ
18
ΙΟΥΛΙΟΥ
ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

“Αγγέλα” στον Κεραμεικό: Θερινό θέατρο!

Το θερινό σινεμά είχε μεγάλο σουξέ στην Ελλάδα και τώρα περνάμε στη νέα φάση, αυτή του θερινού θεάτρου. Χώροι ακατοίκητοι με αυλές και εγκαταλελειμμένα σπίτια μετατρέπονται σε ανοιχτά θέατρα, που χρησιμοποιούν σαν σκηνικά τα άδεια κτήρια. Μέσα σε έναν τέτοιο χώρο, παρακολουθήσαμε την Αγγέλα του Γιώργου Σεβαστίκογλου σε σκηνοθεσία Ένκε Φεζολλάρι, σε μια αυλή στον Κεραμεικό (Κεραμεικού 28).

author-image Γιώργος Σμυρνής

Ο Γιώργος Σεβαστίκογλου με την Αγγέλα, επιχείρησε να παρουσιάσει την ταξική πραγματικότητα που διαμορφώθηκε από τον Εμφύλιο αλλά και την μεγάλη αστυφιλία που επέφερε η εσωτερική μετανάστευση την ταραχώδη δεκαετία του 50. Ο αποκλεισμός των ηττημένων και η εκμετάλλευση των φτωχών, μέσα σε μία πολιτιστική και ταξική ζύμωση, διαμόρφωσε την νέα αθηναϊκή κοινωνία. Το έργο γράφτηκε στη Μόσχα και ανέβηκε πρώτα στην Σοβιετική Ένωση και μετά στην Ελλάδα από τον Κάρολο Κουν (1964). Έχει έντονα χαρακτηριστικά πολιτικής και κοινωνικής στράτευσης. Η ανάδειξη της αδικίας και η τοποθέτηση των φτωχών γυναικών (που γίνονται υπηρέτριες) σε πρώτο πλάνο, είναι χαρακτηριστικά ενός αριστερού κειμένου. Ο αποκλεισμός και η καταδίωξη των κομουνιστών, η ανελέητη εκμετάλλευση, η σύμπλευση του περιθωρίου με την ανώτερη αστική τάξη εις βάρος του φτωχού λαού, είναι κάποια μηνύματα με ξεκάθαρη ιδεολογική στόχευση.

Πρωταγωνίστρια του έργου είναι μια μικρή επαρχιώτισσα, αδερφή ενός σκοτωμένου αντάρτη, η Αγγέλα που φτάνει στην Αθήνα, για να μπει υπηρέτρια σε κάποιο αστικό σπίτι. Η Αγγέλα εμφανίζεται όταν μία υπηρέτρια αυτοκτονεί. Η πράξη απελπισίας αυτής της κοπέλας θα οδηγήσει στην αναζήτηση των υπευθύνων και στην αποκάλυψη της λειτουργίας ενός σάπιου κυκλώματος μαστροπείας. Οι επαρχιώτισσες του τότε- όπως παρουσιάζονται από το έργο του Σεβαστίκογλου- μοιάζουν πολύ με τα κορίτσια της Ανατολικής Ευρώπης που πέφτουν θύμα του Trafficking σήμερα. Όπου φτωχός κι η μοίρα του.

Η υπόθεση της αυτοκτονίας και η επιστροφή του αδερφού της κοπέλας που αυτοκτόνησε, δημιουργούν συνθήκες ενός αστυνομικού θρίλερ. Ο αδερφός θέλει να μάθει την αλήθεια, για να εκδικηθεί την τιμή της αδερφής. Αρχικά τον παραπληροφορούν, λέγοντας πως η αδερφή του ήταν άτιμη, πήγαινε με τον ένα και τον άλλο και αυτοκτόνησε όταν έμεινε έγκυος. Αν η αδερφή σου είναι μια άτιμη, προς τι η διεκδίκηση της τιμής σου; Όμως, όπως φαίνεται στην πορεία, τα πράγματα δεν ήταν έτσι. Η Τασία ήταν αθώα- σχετικά- και αυτοκτόνησε όταν κατάλαβε ότι ένα κύκλωμα μαστροπών πάει να την ωθήσει στην πορνεία. Η αλήθεια όμως δεν οδηγεί στην κάθαρση και η εκδίκηση δεν επέρχεται. Το σάπιο σύστημα έχει την ικανότητα να αυτοπροστατεύεται, χρησιμοποιώντας όλα τα βρόμικα μέσα. Η μπαμπεσιά συγκρούεται με την εντιμότητα και την νικάει κατά κράτος.

Η Αγγέλα είναι ο καταλύτης σε αυτό το έργο, καθώς βρίσκεται ανάμεσα στους δύο πόλους. Και τον αδερφό- εκδικητή και τον μαστροπό- εγκληματία. Είναι αντκείμενο διεκδίκησης ερωτικής και των δύο αυτών, προσφέρει την αγάπη της στο ηθικό στοιχείο και γίνεται τραγική ηρωίδα στο φινάλε. Παράλληλα, εκφράζει και το ταξικό στοιχείο του έργου, όντας μια φτωχή “δούλα”, ανάμεσα σε πολλές ακόμα φτωχές “δούλες”, αλλά και μία γυναίκα που υφίσταται την καταπίεση των ανδρών.

Η σκηνοθεσία του νεαρού σκηνοθέτη Ένκε Φεζολλάρι αξιοποίησε έξυπνα το ιδιότυπο σκηνικό με τα εγκαταλελειμμένα δυόροφα σπιτάκια. Από την άλλη, αυτές οι αυλές δημιουργούν άλλα προβλήματα. Μοιάζουν με φτωχομαχαλάδες και όχι με χώρους όπου οι φτωχές δούλες ζούσαν μαζί με τις εύπορες οικογένειες, τις οποίες υπηρετούσαν. Έτσι γίνεται ένας συμβολικός χώρος (ένας χώρος στον οποίο κατοικεί πειστικά η φτώχεια των υπηρετριών) και όχι ρεαλιστικός, έστω κι αν δεν υπάρχει τίποτα πιο ρεαλιστικό από ένα πραγματικό σπίτι. Αλλά αυτά τα ερείπια δεν θα μπορούσαν να αποτελούν κατοικίες οικογενειών, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιούν υπηρέτριες. Από αυτή την έννοια ο χώρος χάνει το ρεαλιστικό του υπόβαθρο.

Έτσι κι αλλιώς, ο Φεζολλάρι υπονομεύει κάπως με διάφορα νεωτερικά θεατρικά το ηθογραφικό και ρεαλιστικό στίγμα του κειμένου, χωρίς όμως να το ανατρέπει πλήρως. Και καλά κάνει, διότι αν προσπαθούσε να αφαιρέσει κάθε στοιχείο ρεαλιστικής αποτύπωσης από ένα έργο με τόσο έντονα κοινωνικά και πολιτικά αναφερόμενα, θα το διέλυε τελείως. Επίσης, η ροή της αφήγησης, το σασπένς, η ένταση και η βιαιότητα της δράσης αναδεικνύονται με καθαρό τρόπο σε ένα έργο που δεν κάνει κοιλιές.

Από εκεί και πέρα, οι ρόλοι των γυναικών δεν διαφέρουν πολύ μεταξύ τους. Με εξαίρεση την έμπειρη ηθοποιό Κωνσταντίνα Τάκαλου, η οποία είχε και τον ρόλο της Γεωργίας, που κινείται ανάμεσα στο τραγικό και το κακό, γεγονός που την διαφοροποιεί αρκετά από τις άλλες ηρωίδες του έργου, οι υπόλοιπες γυναίκες της παράστασης με τις ερμηνείες τους δεν χτίζουν ρόλους που να ξεχωρίζουν ο ένας από τον άλλο. Ούτε η Βίκη Παπαδοπούλου ξεχώρισε από τις άλλες δούλες, έστων κι αν είχε τον ρόλο με το μεγαλύτερο βάρος. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που έκανε, δεν κατάφερε να αναδείξει μία ακραία τραγικότητα στο ρόλο της (στα επίπεδα αρχαίας τραγωδίας και θεατρικών του Λόρκα). Από τους άντρες μου άρεσε αρκετά ο Βασίλης Μαργέτης, που αποτύπωσε πειστικά (αλλά όχι συναρπαστικά) τον ρόλο του γοητευτικού αποβράσματος.

Αν  τα happy end ταιριάζουν στο θερινό σινεμά, στο θερινό θέατρο η τραγικότητα “πηγαίνουν” μια χαρά. Έτσι κι αλλιώς, το θέατρο σηκώνει τα μεγάλα “δράματα” επί σκηνής. Έτσι, η τραγικότατη Αγγέλα είναι ένα ενδιαφέρον ταξίδι σε μια πολυμελετημένη από το νέο ελληνικό θέατρο περίοδο, που ίσως να την κάνει και πιο επίκαιρη η σημερινή κρίση, που μας έχει βγάλει από τη ραστώνη της μεταπολιτευτικής ευημερίας. Από αυτή την άποψη, η συγκεκριμένη παράσταση “θερινού θεάτρου” είναι μία σύγχρονη και ικανοποιητική επιλογή, παρά τις όποιες αδυναμίες της.

Γιώργος Σμυρνής

Περισσότερα από ΕΙΔΑΜΕ / Παραστάσεις