MENU
Κερδίστε Προσκλήσεις
ΚΥΡΙΑΚΗ
14
ΙΟΥΛΙΟΥ
ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

Νίκη της Λ. Αναγνωστάκη στο Εθνικό- Αγαπούλα, την κουκούλα!

Εμφύλιος εκτός έδρας- στη Γερμανία- από Έλληνες μετανάστες. Ένα έργο που αποτυπώνει γλαφυρά και ποιητικά τα τραύματα του εμφυλίου, η “Νίκη” της Λούλας Αναγνωστάκη, ανεβαίνει στο Εθνικό Θέατρο, στην αίθουσα Νίκος Κούρκουλος, σε σκηνοθεσία Βίκτορα Αρδίττη.

author-image Γιώργος Σμυρνής

Το έργο έχει γραφτεί το 1978, λίγο μετά την κατάρρευση της δικτατορίας, με τα νωπά τραύματά της και αποτελεί στροφή της συγγραφέως σε μια πιο ρεαλιστική γραφή, αν και διατηρεί το ποιητικό και σουρεαλιστικό ύφος, αλλά και βαθιά διείσδυση στους χαρακτήρες. Η “νίκη”, για την οποία μιλάει το έργο, είναι η προσδοκία μιας στρατιωτικής επιτυχίας, ενός θριάμβου. Είναι το όραμα που φλόγιζε τη σκέψη δύο στρατών, από Έλληνες, που συγκρούστηκαν μεταξύ τους με χιλιάδες θύματα. Και οι νοσηρές μνήμες της σύγκρουσης ακολουθούν ακόμα και τους φτωχούς μετανάστες, που μαζικά συνέρρευσαν στη Γερμανία, μεταπολεμικά.

Ξεριζωμένοι από την πατρίδα, ο Νίκος, η αδελφή του και η μητέρα τους, ζουν σε μια βιομηχανική πόλη της Γερμανίας. Όμως οι ανοιχτές πληγές της Ελλάδας και τα φαντάσματα που έχουν αφήσει πίσω, τους κυνηγούν και στην Γερμανία. Ο Νίκος εμπλέκεται χωρίς να το θέλει σε έναν ιστό από σκοτεινές πολιτικές συγκρούσεις, σε κάτι που μοιάζει με πόλεμο συμμοριών – αλλά που αφήνεται να εννοηθεί πως είναι μια ρήξη ανάμεσα σε αριστερούς και δεξιούς. Δολοφονίες μαφιόζικου τύπου, καρφώματα και αντεκδικήσεις. Και στη μέση μπλέκει ο πρωταγωνιστής, ένας άνθρωπος που αφήνεται να εννοηθεί ότι παρουσιάζει σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα.

Το έργο θυμίζει συμβολιστικό θρίλερ. Παρά την στροφή της προς το ρεαλισμό, η Λούλα Αναγνωστάκη δημιουργεί έναν κόσμο, στον οποίο ο θεατής δεν μπορεί να είναι σίγουρος για όσα διαδραματίζονται επί σκηνής. Σε αυτό το αποτέλεσμα οδηγεί τόσο το κείμενο, όσο και η σκηνοθεσία, που χρησιμοποιεί αρκετά σύμβολα και αφήνει μια αίσθηση παράνοιας να διαχέεται στην ατμόσφαιρα.

Παρά το γεγονός ότι το έργο διεισδύει σε βάθος στις ψυχές των χαρακτήρων, αλλά και στα τραύματα της οικογένειας των μεταναστών της Γερμανίας, το έργο έχει σασπένς. Η ένταση κλιμακώνεται, υπάρχει έντονη δράση, συγκρούσεις και βία. Η σκηνογραφία και τα κουστούμια τονίζουν τον ποιητικό χαρακτήρα της παράστασης. Οι ερμηνείες είναι αρκετά καλές, αν και υπάρχουν κάποιες στιγμές που το υπερπαίξιμο είναι έντονο.

Γεγονός είναι πάντως ότι σκηνοθέτης και ηθοποιοί ξέρουν περισσότερα για το έργο από τον θεατή και οι διάφορες ανατροπές που γίνονται δικαιώνουν κάποιες ερμηνευτικές προσεγγίσεις που αρχικά σου φαίνονταν λάθος. Υπάρχει ας πούμε ένα σημείο που η κόρη (Μαρία Κεχαγιόγλου) περιγράφει στη μάνα της την κλοπή ενός πανάκριβου κοσμήματος που έκανε. Η μάνα (Ρένη Πιττακή) σοκάρεται από το έγκλημα της κόρης και τις συνέπειες που θα έχει κι εμφανίζεται υστερική. Η κόρη, που επίσης έχει λόγους να βγάζει μια συναισθηματική ένταση, είναι πιο συγκρατημένη. Αυτό σου φαίνεται λάθος. Κι όμως είναι σωστό. Διότι η κόρη, αποκαλύπτει στη συνέχεια στη μητέρα της, ότι έλεγε ψέματα τόση ώρα. Το κόσμημα που υποτίθεται είχε κλέψει, ήταν μαϊμού. Το είχε αγοράσει με ένα πενιχρό αντίτιμο από ένα κατάστημα. Επομένως, το παίξιμο της ηθοποιού ήταν σωστό.

Αυτό που προσπαθεί να πετύχει η συγγραφέας και η παράσταση, είναι να δώσει τα τραύματα του εμφυλίου, χωρίς να στηρίξει τη μια ή την άλλη πλευρά. Δεν ψάχνει να δώσει λύσεις, δεν ψάχνει να δημιουργήσει θύματα και ενόχους. Οι θύτες είναι και θύματα. Και οι αδύναμοι άνθρωποι μπαίνουν στη μέση και τρώνε αδέσποτα πυρά. Δεν είναι τυχαίο ότι ο πρώτος που θυσιάζεται, εκτός του ότι πάει από αδέσποτη μαχαιριά, δεν θα μπορούσε να φταίει και σε κάτι. Σε κάθε δικαστήριο θα είχε το ακαταλόγιστο. Όλοι οι άνθρωποι, πάντως, έχουν λόγους σοβαρούς να σκοτώσουν και να εκδικηθούν. Αλλά αν συνεχιστεί αυτός ο φαύλος κύκλος και δεν έρθει ποτέ το τέλος, πώς θα τελειώσουμε; Με την ολοκληρωτική μας καταστροφή! Την αλληλοεξόντωση.

Το έργο, αν και διαδραματίζεται στη Γερμανία, αναφέρεται καθαρά στην ελληνική περίπτωση. Αν και λίγο δυσνόητη και κάποιες κοιλιές σε ορισμένα σημεία της η αφήγηση, αυτό που ήθελε να επικοινωνήσει ήταν η ατμόσφαιρα των τραυμάτων του εμφυλίου και της νοσηρότητας- και το κατάφερε! Μια παράσταση δυνατή και ποιητική, που μοιάζει να έχει και στοιχεία κινηματογραφικά, τόσο Χίτσκοκ, όσο και Ντέιβιντ Λιντς, ένα κοινωνικό θρίλερ με ποιητικό χαρακτήρα.

Γιώργος Σμυρνής

Περισσότερα από ΕΙΔΑΜΕ / Παραστάσεις