Στο μικρό καμαρίνι, καθιστικό, ησυχαστήριο του Hood της Bijoux de Kant, στην καρδιά του Μοναστηρακίου, o Γιάννης Σκουρλέτης μοιάζει να έχει δημιουργήσει ένα χώρο μυσταγωγικό, με σκηνικά – δάνεια από παλιές παραστάσεις κι ένα φωτισμό που παραπέμπει σε εικονοστάσι. Ψηλά, στη μια πλευρά του τοίχου, κρέμονται τα ξύλινα φτερά από την «Γυναίκα και τον Ακροβάτη» όπως τα φορούσε η Αμαλία Μουτούση στο υπερεπιτυχημένο ανέβασμα του έργου του Μιχάλη Βιρβιδάκη.
Ο Σκουρλέτης εξηγεί πως ήθελε αυτά τα φτερά να μοιάζουν με παιδικό παιχνίδι γιατί «το να μπεις στην περιοχή της παιδικότητας χρειάζεται μεγάλη γενναιότητα. Βλέπεις, η επιστροφή στο παρελθόν ενέχει πάντα τον τρόμο. Δεν επιστρέφουμε εύκολα στα πράγματα που έχουν κάνει ισχυρές εγγραφές μέσα μας. Αποφεύγουμε να έρθουμε σε επαφή με ότι μας έχεις καθορίσει».
Οξύμωρο αλλά και ενδιαφέρον να το ακούς αυτό από τον πλέον πιστό εξερευνητή του ελληνικού θεατρικού παρελθόντος και παρόντος – ένα σκαπανέα της ελληνικής γλώσσας – που πήρε αυτό το δρόμο, αφήνοντας τη πολύχρονη διαδρομή του στα εικαστικά· αφήνοντας δηλαδή ένα οργανωμένο παρελθόν για να περάσει σε ένα άγνωστο μέλλον.
Έκτοτε, 16 χρόνια μετά, ο Γιάννης Σκουρλέτης παραμένει ένας από τους πιο ιδιοσυγκρασιακούς σκηνοθέτες της ελληνικής σκηνής, είτε ως συνεργάτης μεγάλων θεσμών είτε εδρεύων στο μικρό θέατρο στη γειτονιά της Ευριπίδου, εδώ που τον συναντώ λίγο πριν ξεκινήσει η πρόβα για το «Πανδοχείον, η φιλόξενη ερημία» του Επαμεινώνδα Γονατά. Ετοιμάζοντας και πάλι ένα ‘προσκύνημα’ στη νεοελληνική, μεταπολεμική γραφή με πρωταγωνιστές τους Θανάση Δήμου και Χάρη Χαραλάμπους Καζέπη. Φυσικά, η πολυδραστήρια φύση του – ταίρι με την ιδιοσυγκρασιακή ματιά του, θα τον φέρει σύντομα και σε νέα παραγωγή, μια ακόμα συνεργασία με την Μπέττυ Βακαλίδου. Κι έχει όνειρα να του ικανοποιήσει και επιθυμίες σε εκκρεμότητα.
Ομολογεί πως ζει το θέατρο με όσα μέσα έχει, κατά τον ίδιο τρόπο που ζει και τη ζωή. Δεν είναι τυχαία η φράση που μεταχειρίζεται «λύσσα για ζωή». Κι ίσως γι’ αυτό τα παιδικά φτερά στέκουν αγέρωχα πάνω από το κεφάλι του.

Σκηνιθετεί και πάλι ένα ελληνικό έργο, αυτή τη φορά του Επαμεινώνδα Γονατά και ομολογεί: “Quotes: Νιώθω σαν να κάνω …ψωνιστήρι στη γλώσσα, σαν να μου ανοίγεται μια περιοχή στην οποία μπορώ να πατινάρω και να επιτρέψω στις λέξεις να με φλερτάρουν”.
Μόνον έτσι έχει αξία. Γιατί, διαφορετικά, αυτή η επιστροφή δεν συμβαίνει με καμία διάθεση νοσταλγίας, ηθογραφίας ή αναπαράστασης εποχής. Νιώθω σαν να κάνω …ψωνιστήρι στη γλώσσα, σαν να μου ανοίγεται μια περιοχή στην οποία μπορώ να πατινάρω και να επιτρέψω στις λέξεις να με φλερτάρουν. Αυτό το παιχνίδι μου αρέσει πάρα πολύ: η επιστροφή σε οδηγεί να ξαναδιαβάσεις όσα έχουν γραφτεί μέσα σου. Άρα και στο να ανιχνεύσεις τα ταυτοτικά σου ζητήματα – από τη σεξουαλικότητα, έως την εθνική ταυτότητα, την ψυχολογική, κάθε είδους ταυτότητα που μας συνθέτει. Θυμάμαι, στη Ραμόνα υπήρχε μια φράση που έλεγε η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη πως «παππούδες κουβαλάμε στην πλάτη μας». Κουβαλάμε, λοιπόν, και οικογένειες και κληρονομιές. Μετά την ανακάλυψη των φωτογραφιών των εκτελεσθέντων της Καισαριανής σκέφτομαι: δεν είναι σαν αυτοί οι άνθρωποι να μας κοιτούν κατάματα και να μας υπενθυμίζουν μιαν άλλη αξιακή σχέση με τη ζωή;
Συνεπώς, η εμπλοκή σου με αυτά τα κείμενα ικανοποιεί και μια ανάγκη αυτογνωσίας;Φυσικά.
Και τι έχεις ανακαλύψει μέσα από αυτήν;Συνειδητοποιώ, όσο περνάει ο καιρός, πως με ενδιαφέρει μια πορεία προς το φως. Μου γίνεται πιο σαφές και καθαρό ότι θέλω να πάω προς το φως. Δεν με ενδιαφέρει το σκοτάδι για το σκοτάδι. Καταλαβαίνω ότι η δουλειά μας εμπεριέχει σκοτεινές περιοχές, άγνωστες γωνιές του ψυχισμού μας. Όμως, θέλω να ξέρω ότι υπάρχει ένα παράθυρο ανοιχτό. Με ενδιαφέρει ένας φωτεινός δρόμος – και όπως μου έλεγε πρόσφατα η Αμαλία Μουτούση «το πως θα κατακτήσουμε τη θεία χαζομάρα». Να βρεθούμε σε μια περιοχή αθωότητας, να ξαναγίνουμε πρωταρχικοί.
Τι σε κάνει αθώο;Όσο περνάει ο καιρός, πως με ενδιαφέρει μια πορεία προς το φως. Και όπως μου έλεγε πρόσφατα η Αμαλία Μουτούση «το πως θα κατακτήσουμε τη θεία χαζομάρα». Να βρεθούμε σε μια περιοχή αθωότητας, να ξαναγίνουμε πρωταρχικοί
Θέλω – μα δεν ξέρω αν καταφέρνω πάντα να είμαι – να μπορώ να κινήσω ένα βλέμμα προς τα μένα κι αυτό να επιστραφεί. Με απασχολεί πολύ η επικοινωνία με το θεατή.
Μα βέβαια. Όσο παλιά τέχνη και να είναι το θέατρο, παράλληλα νιώθω πως είναι και πολύ φρέσκια. Σαν να την έχουμε ανακαλύψει μόλις, καθώς δεν ξέρουμε τίποτα για την επικοινωνία, την ανάγκη να βρεθούμε. Η θνησιγένεια του θεάτρου τροφοδοτεί τη συνεχή ανάγκη να φτιάξεις μια νέα ιστορία, να πεις πάλι κάτι ανείπωτο για να ανακαλύψεις αυτό το βλέμμα. Μα όλα αυτά τα πράγματα θέλουν γενναιοδωρία ψυχής, ενώ νιώθω πως έχουμε στριμωχτεί πάρα πολύ, ζούμε μέσα σε οθόνες, ετεροκαθοριζόμαστε από πράγματα με μικρή αξία.

“Δεν μπορώ να καταλάβω τις λέξεις, χωρίς την αισθητική. Προέρχομαι μεν από τα εικαστικά μα δεν σου κρύβω ότι αδικήθηκα αφού κάποιοι μου καταλόγισαν ότι με ενδιαφέρει περισσότερο η εικόνα – κάτι που δεν ισχύει”, ξεκαθαρίζει.
Κάθε ενέργεια, και πέρα από το θέατρο, έχει πολιτική μετάφραση. Κάθε επιλογή έχει ένα πολιτικό βάρος. Αναμφισβήτητα το να κάνεις θέατρο σήμερα, είναι μια αντίσταση. Αυτό που μου επέτρεψε ετούτος ο χώρος είναι να ξανασυναντήσουμε την παύση, την σιωπή, την εγγύτητα, την έκθεση, το βλέμμα. Ασφαλώς, δεν ισχυρίζομαι πως είμαι ένας καλλιτέχνης χωρίς συστημικό πρόσωπο. Θα ήταν ψέμα να το ισχυριστώ ενώ συνεργάζομαι με τη Στέγη, το Φεστιβάλ Αθηνών, το Εθνικό Θέατρο, την ΕΛΣ, το ΚΘΒΕ· απλώς προσπαθώ να έχω πάντα ένα γνήσιο και αυθεντικό ζητούμενο. Το διευκρινίζω γιατί δεν κατασκευάζω το πορτρέτο ενός καλλιτέχνη αποκομμένου ή εκτός συστήματος.
Τι άλλαξε μέσα σου καλλιτεχνικά όταν άρχισες να μοιράζεσαι το θέατρο με τη μικροκοινότητα θεατών; Τι επαναπροσδιόρισες;Την εγγύτητα με το θεατή η οποία έχει μεγάλο εύρος επεξεργασίας. Αυτομάτως κατασκευάζεται και μια δραματουργία, θες δεν θες. Πόσο μάλλον, τώρα που στο θέατρο έχει ‘ανοίξει’ πολύ η έννοια και το πλαίσιο της δραματουργίας. Ακόμα και ένα πάλκο με φωτάκια να στήσεις, κάτι έχεις να πεις.
Πόσο μάλλον στις παραστάσεις σου όπου η εικαστικότητα είναι σημαίνουσα.Δεν ισχυρίζομαι πως είμαι ένας καλλιτέχνης χωρίς συστημικό πρόσωπο
Δεν μπορώ να καταλάβω τις λέξεις, χωρίς την αισθητική. Προέρχομαι μεν από τα εικαστικά μα δεν σου κρύβω ότι αδικήθηκα αφού κάποιοι μου καταλόγισαν ότι με ενδιαφέρει περισσότερο η εικόνα – κάτι που δεν ισχύει.
Ναι, το αισθάνομαι. Έχω ασχοληθεί τόσο πολύ με την ελληνική δραματουργία, με σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς και με παλαιότερους ώστε να θεωρώ πως τουλάχιστον το Εθνικό Θέατρο θα έπρεπε να μου αναθέσει, κάποια στιγμή, μια σκηνοθεσία· δεν το έχει κάνει. Κι αυτό είναι παράπονο. Επίσης, θεωρώ πως έχουν αναθέσει παραστάσεις στην Επίδαυρο σε καλλιτέχνες που έχουν πολύ μικρότερο βιογραφικό και πολύ μικρότερη διαδρομή από τη δική μου. Κι αν το λέω κινδυνεύω να φανώ γραφικός ή γκρινιάρης. Αλλά σε διαβεβαιώνω πως δεν γκρινιάζω· απλώς παρατηρώ και καταγράφω.
Που το αποδίδεις;Στο γεγονός πως είμαι και δεν είμαι στο σινάφι. Δεν μου είναι εύκολο να πάω με γλυκά στο γραφείο ενός διευθυντή. Από την άλλη, μου είναι σημαντικό πως έρχονται εδώ ηθοποιοί με μεγάλη διαδρομή και εκδηλώνουν την επιθυμία να δουλέψουμε μαζί.

Εκφράζοντας τα καλλιτεχνικά παράπονα του: “Έχω ασχοληθεί τόσο πολύ με την ελληνική δραματουργία ώστε να θεωρώ πως τουλάχιστον το Εθνικό Θέατρο θα έπρεπε να μου αναθέσει, κάποια στιγμή, μια σκηνοθεσία. Κι αυτό είναι παράπονο. Επίσης, θεωρώ πως έχουν αναθέσει παραστάσεις στην Επίδαυρο σε καλλιτέχνες που έχουν πολύ μικρότερη διαδρομή από τη δική μου”.
Η επαφή με τον κόσμο, η ανάγκη να μοιραστούμε το διαρκές ανείπωτο.
Και σε οικονομικό επίπεδο; Γιατί το Bijoux de Kant Space Hood είναι ένα θέατρο μικρής κλίμακας.Οφείλω να πω ότι αν δεν υπήρχαν έστω αυτές οι μικρές επιχορηγήσεις από το ΥΠΠΟ δεν θα μπορούσε να υπάρχει αυτό το θεατράκι των 45 θέσεων.
Μια ομάδα κι ένα θέατρο που εμπλουτίζεται και με νέες παρουσίες.Βάδισα ένα μοναχικό δρόμο μα δεν με θεωρώ ήρωα – απλώς δεν μπορούσα να κάνω κάτι διαφορετικά. Κι έτσι δεν θεωρώ πως έχω θυσιάσει κάτι
Πράγματι, στην ομάδα έχει προστεθεί ο σκηνογράφος Νίκος Παπαδόπουλος και ο φωτιστής Γιώργος Μαρουλάκος.
Νιώθεις πως βάδισες ένα μοναχικό δρόμο μέχρι να αρχίσεις να εδραιώνεσαι στις κρατικές και θεσμικές σκηνές;Ναι, μα δεν με θεωρώ ήρωα – απλώς δεν μπορούσα να κάνω κάτι διαφορετικά. Αυτή ήταν η φύση μου. Κι έτσι δεν θεωρώ πως έχω θυσιάσει κάτι. Ίσα – ίσα είμαι ευγνώμων που μπορώ να κάνω αυτή τη δουλειά. Θεωρώ ευλογία ότι μπορώ να ετοιμάζω μια παράσταση με τα λίγα μέσα που έχω.
Στην ώριμη φάση των 40 ετών ξεκίνησες να κάνεις θέατρο. Με τι προσδοκία;Το 2010 η χώρα πήγαινε προς την καταστροφή κι εγώ είχα αποφασίσει να πάω προς τη δόξα. Έκανα την πρώτη μου παράσταση, το «Graveyard» η οποία είχε γίνει cult εκείνο το χειμώνα παίζοντας σε διάφορες αθηναϊκές γκαλερί. Την ίδια περίοδο ανοίγει η Στέγη όπου μου αναθέτουν τρία μεγάλα πρότζεκτ και τον ίδιο χειμώνα με τιμούν με το βραβείο σκηνοθεσίας Κάρολος Κουν. Δεν κατάλαβα πως έγινε αυτό. Νόμιζα ότι θα γυρίσω σύντομα στα πινέλα μου και θα τα βρω ξεραμένα και λερωμένα στο τραπεζάκι. Δεν περίμενα ότι θα φύγω από τα εικαστικά, αλλά την ίδια ώρα δεν θεωρώ πως άφησα και κάτι. Αντιμετωπίζω το θέατρο ως μια εξέλιξη, ότι με πήγαν τα πράγματα προς τα εκεί. Κι από τότε δεν μου έμεινε χρόνος να κάνω κάτι σχετικό με ζωγραφική. Μόνο πέρυσι, μετά από μια σειρά επισκέψεων στην Ύδρα που αγαπώ πολύ, μου γεννήθηκε η ανάγκη να ξαναπιάσω τα πινέλα μου.

Μιλώντας για το θεατρικό του ξεκίνημα: “Το 2010 η χώρα όδευε προς την καταστροφή κι εγώ είχα αποφασίσει να πάω προς τη δόξα. Έκανα την πρώτη μου παράσταση, το «Graveyard»”.
Καταρχάς ναι, ικανοποιεί τις ανάγκες επιβίωσης. Ζω από αυτό, δεν έχω άλλο έσοδο, δεν είμαι πλούσιος. Σίγουρα, κάνω πάρα πολλές παραστάσεις, το ένα εγχείρημα ακολουθεί το άλλο, με ρυθμούς καταιγιστικούς. Μα δεν παραπονιέμαι καθόλου.
Δηλαδή, δεν αισθάνεσαι ότι πνίγεσαι ή ότι ‘καίγεσαι’ από την τόση δουλειά;Όχι, μου αρέσει και με τροφοδοτεί πάρα πολύ, δεν θα μπορούσα να κάνω διαφορετικά. Στην ιδέα και μόνο ότι θα κάτσω, τρελαίνομαι, εμφανίζω ψυχοσωματικά συμπτώματα. Χρειάζομαι να είμαι σε κίνηση, σκέφτομαι την επόμενη παράσταση, ενώ δουλεύω ήδη την τρέχουσα. Φέτος, ευτυχώς κάναμε δύο επαναλήψεις το «Μάθε με να φεύγω» και τη «Γυναίκα και τον ακροβάτη» ενώ είχε προηγηθεί η Μικρή Επίδαυρος, η συμμετοχή στο «Ελλάδα, ένας πολιτισμός». Και τώρα φτάνουμε στον Επαμεινώνδα Γονατά.
Ευτυχώς, οι παραστάσεις σου έχουν αποδοχή και επαναλαμβάνονται.Δεν περίμενα ότι θα φύγω από τα εικαστικά, αλλά την ίδια ώρα δεν θεωρώ πως άφησα και κάτι. Αντιμετωπίζω το θέατρο ως μια εξέλιξη
Και εδώ, δεν σου κρύβω πως μου έχει δημιουργηθεί η επιθυμία να ξαναδώ από την αρχή σκηνοθεσίες του παρελθόντος και να τις ανεβάσω ξανά.

“Δεν κρύβω πως μου έχει δημιουργηθεί η επιθυμία να ξαναδώ από την αρχή σκηνοθεσίες του παρελθόντος και να τις ανεβάσω ξανά”, λέει.
Κάτι που με είχε φέρει και στον Εγγονόπουλο. Το κομμάτι της παραδοξότητας, του αλλόκοτου, του ονείρου, μιας ποιητικής που έχει τη ρίζα της σε κάτι ανεξήγητο. Το έργο ακουμπάει στο κομμάτι της ψυχανάλυσης, αλλά στο τέλος αφήνει κάτι ανερμήνευτο. Ο Γονατάς, με πολύ στέρεο τρόπο, με προκαλεί να συναντήσω μια περιοχή του ψυχικού τοπίου που είναι δυσερμήνευτη.
Χρησιμοποίησες πολλές λέξεις με στερητικά «α», έννοιες που συνδέω με το γεγονός πως στα έργα που επιλέγεις υπάρχουν πάντα τραυματισμένα πρόσωπα.Κι εδώ είναι τραυματισμένα τα πρόσωπα από τη μοναξιά. Η Εύα Στεφανή στα ντοκιμαντέρ της για τον Γονατά έχει αποτυπώσει ανάγλυφα τον τρόπο του, την επιλογή του να είναι εξαντλητικός με τα κείμενα, παρότι ολιγογράφος. Είναι σχολαστικά ακραίος ο σαρκασμός του για μια κοινωνία, από την οποία δεν εξαιρεί τον εαυτό του. Φτάνει σε ένα πολύ βαθύ πυρήνα. Θέτει το ζήτημα της ρευστότητας – που με ενδιαφέρει πάρα πολύ και ίσως γι’ αυτό με χαρακτηρίζουν queer – μέσα από μια τρομερή ανάγκη να ανακαλύψει την πραγματικότητα και να την αποδεχτεί. Στο έργο του είναι πολύ σημαντικό τι σημαίνει όνειρο, τι είναι ψευδαίσθηση, πόσο μοναχικοί και πόσο αληθινοί είμαστε, έκθετοι στο θαύμα της ζωής. Τι μας καθορίζει ως οντότητα, ποιοι είμαστε· και τα λέει χωρίς να κουνάει το δάχτυλο, με τρόπο γοητευτικό, κωμικό και απλό. Δεν είναι ποτέ τραγικά τα λόγια του, είναι κωμικοτραγικά. Γιατί δεν μπορείς να διαβάσεις την τραγικότητα έξω από την κωμικότητα και το αντίστροφο. Βρήκα, λοιπόν, ότι ο Γονατάς μου τα προσφέρει όλα αυτά πάρα πολύ ωραία.
Τι είδους σκηνοθέτης είσαι;Αυτό έχω κατακτήσει και είμαι περήφανος: να έχω την τρυφερότητα της εφηβείας. Νιώθω πραγματικά σαν παιδί, θέλω να κοιτάζω τη ζωή σαν να είμαι 8 χρονών
Ιδιοσυγκρασιακός. Με τα χρόνια έχω αναπτύξει ένα κώδικα, παρόλα αυτά έχω κάποια βασικά εργαλεία δουλειάς τα οποία χρησιμοποιώ στις παραστάσεις μου και σε εργαστήρια που παραδίδω – τα οποία δε, θα επαναλάβω και στο πλαίσιο της δραματικής σχολής του Εθνικού αυτήν την άνοιξη. Εντούτοις, υπάρχει κι ένας ρομαντισμός μέσα μου· όχι με την έννοια του ηλιοβασιλέματος – αν κι αυτό έχει κάτι εσχατολογικό: στο τέλος της μέρας τα χρώματα θα χαθούν. Πάντως, η Αμαλία (Μουτούση) μου έχει πει «ότι είμαι ένας σκηνοθέτης που δεν φοράει το ρόλο του».
Τι άλλο σε οδηγεί στο θέατρο;Όπως, πολύ ωραία, έλεγε ο Βασίλης Παπαβασιλείου ότι πρέπει «να συμβεί η έξοδος» και από τον ηθοποιό και από τον θεατή. Μόνο τότε μπορεί να πετύχει η θεατρική πράξη. Όμως, το θέατρο μέσα στο μεταμοντερνισμό, στο μεταδραματικό στοιχείο έγινε παραπάνω εγκεφαλικό κι έχασε κάτι από τη μαγεία, από το παιχνίδι. Κι ο θεατής χρειάζεται αυτό που λένε: πως κατά τη διάρκεια μιας παράστασης δεν σκέφτεται ποτέ ότι θα πεθάνει. Γιατί διαστέλλεται ο χρόνος κι εκεί του επιτρέπεται να κάνει μια έξοδο, κάτι που έχει μια βαθιά τελετουργική καταγωγή. Αυτό με απασχολεί στις σκηνοθεσίες μου: θέλω να συναντώ το μαγικό στοιχείο.

“Αυτό με απασχολεί στις σκηνοθεσίες μου: θέλω να συναντώ το μαγικό στοιχείο”, τονίζει.
Την περασμένη εβδομάδα επισκέφθηκα τον καρδιολόγο μου. Και χωρίς να είμαι προετοιμασμένος, με έβαλε να κάνω τεστ κοπώσεως σε ένα διάδρομο. Αρχίζω, λοιπόν, να τρέχω, αγκομαχάω, φτάνω τους 120, τους 140, τους 180 παλμούς, έτρεχα, ίδρωνα και, στο τέλος, όντας εξουθενωμένος έρχεται ο γιατρός και μου λέει: «έχετε καρδιά εφήβου». Αυτό έχω κατακτήσει και είμαι περήφανος: να έχω την τρυφερότητα της εφηβείας. Νιώθω πραγματικά σαν παιδί, θέλω να ρουφήξω ξανά τα πράγματα από την αρχή, θέλω να κοιτάζω τη ζωή σαν να είμαι 8 χρονών. Το θέατρο μου δημιουργεί διαρκώς την ανάγκη να λέω «θέλω κι άλλο», να αναγνωρίζω πως αγαπώ πάρα πολύ τη ζωή. Και χωρίς ανάγκη δεν κάνεις τίποτα. Γιατί η ανάγκη φέρνει και την ειλικρίνεια και την ανθρωπιά.
Η παραδοχή πως αγαπάς πολύ τη ζωή ήταν πάντα έτσι;Σίγουρα, άλλαξε η κατάσταση. Παλαιότερα, ήταν κάπως δεδομένα τα πράγματα και η ασθένεια μου υπενθύμισε το μη δεδομένο. Έκανε το παρόν πολύ αναγκαίο, το ζωντάνεψε.
Ένας άνθρωπος που αγαπά τα κείμενα του παρελθόντος αλλά έχει επανατοποθετηθεί στο παρόν: υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα αντίφαση εδώ.Χωρίς ανάγκη δεν κάνεις τίποτα. Γιατί η ανάγκη φέρνει και την ειλικρίνεια και την ανθρωπιά
Ναι, συμβαίνει αυτό. Ίσως γι’ αυτό επιλέγω να συνεργάζομαι και με νέους ανθρώπους, παίρνω ενέργεια από τέτοιες συνομιλίες, όπως πρόσφατα από την ομάδα του «Μαγεμένου βοσκού». Επαναπροσδιορίζομαι και ετεροκαθορίζομαι από τις ωσμώσεις. Αλλά όπως είπε και ο καρδιολόγος μου κι εγώ έφηβος είμαι!
Τα πας καλά με το παρελθόν σου;Είχαμε καλέσει μια ψυχαναλύτρια για να μιλήσει μετά το «Μάθε με φεύγω» και έθιξε την σχέση ανάμεσα στο τραύμα και το θαύμα. Με ρώτησε, λοιπόν, για τα τραύματα των ηρώων και όταν της απάντησα θετικά μου είπε πως «το τραύμα τους είναι και το δώρο τους». Αυτό ισχύει και για μένα. Το τραύμα μου είναι και το δώρο μου – κι ας περνάω και στιγμές μεγάλης μοναξιάς. Κάπου πιστεύω ότι όλα τα πράγματα έχουν ένα τίμημα και πως ο πόνος και η μοναξιά σου εξαργυρώνει κάτι. Φτάνει να είσαι ανοιχτός για να το κατανοήσεις.

Σχολιάζοντας την περιπέτεια υγείας του: “Παλαιότερα, ήταν κάπως δεδομένα τα πράγματα και η ασθένεια μου υπενθύμισε το μη δεδομένο. Έκανε το παρόν πολύ αναγκαίο, το ζωντάνεψε”.
Δεν θα έλεγα ότι η μοναξιά προκύπτει ως συνειδητή επιλογή. Επιλέγω την συντροφικότητα. Το θέατρο φέρνει μοιραία μια κοινωνικότητα, βρίσκεσαι διαρκώς ανάμεσα σε ανθρώπους, από πρόβα, σε παράσταση και μαζί με τους θεατές. Αναμφισβήτητα, και μέσα στον κόσμο μπορείς να νιώθεις και πολύ μόνος, αλλά δεν στοχεύω να διάγω μια ζωή ερημίτη. Ύστερα, εγώ έχω και παιδιά. Κι αυτό με καθορίζει, με έναν τρόπο.
Πως;Είναι άνδρες πια, με δικές τους διαδρομές, δεν θεώρησα ότι μου ανήκαν ποτέ, αλλά σίγουρα το γεγονός πως έχω περάσει από την πατρότητα ως επιλογή, με βάζει στην περιοχή ενός συνειδητού ανθρώπου σε σχέση με την εσωτερική μοναξιά.
΄Εγινες συνειδητά πατέρας, παρότι ήσουν πολύ νέος.Πιστεύω ότι η πατρότητα είναι επιλογή και θα ήθελα και η μητρότητα να είναι επιλογή· γι’ αυτό και θεωρώ πως οι άνθρωποι που επεξεργάζονται την ιδέα να γίνουν γονείς θα ήταν καλό να περνούν προηγουμένως από ψυχανάλυση. Θα είχαν σωθεί πολλά παιδιά κατ’ αυτόν τον τρόπο. Η γονεϊκότητα πρέπει να λογίζεται ως πολιτισμικό κεκτημένο.
Πως είσαι ως πατέρας;Η ασθένεια μου υπενθύμισε το μη δεδομένο. Έκανε το παρόν πολύ αναγκαίο, το ζωντάνεψε
Ποτέ δεν είσαι μόνο ένας άνδρας κι ένας πατέρας. Όταν σμίγουν δύο άνθρωποι συναντιόνται δύο οικογένειες. Αθροίζονται τα φορτία τους και μάλιστα σε τόσο βεβαρημένα οικογενειακά περιβάλλοντα – όπως αυτά του ευρωπαϊκού Νότου.
Τι βάρη έφερνες από την οικογένεια σου;Μεγάλα φορτία. Συναισθηματικής πίεσης, αποδοχής – σε όλους τους τομείς.
Και τελικά πως βίωσες την πατρότητα;Μεγάλωσα μαζί με τους γιους μου. Ο Κωνσταντίνος ήταν πιτσιρικάκι όταν εγώ ανέβασα τη «Στέλλα» στα σφαγεία, πριν από 16 χρόνια. Μεγάλωσαν στο ίδιο περιβάλλον κι αυτό μας έφερε πιο κοντά, συγγενέψαμε και πνευματικά. Αλλά με πολλές τριβές – ειδικά με τον Κωνσταντίνο. Κι ενώ έχει καταξιωθεί και έχει απογαλακτιστεί από εμένα πολλά χρόνια τώρα, στις συνεργασίες μας υπήρξαν στιγμές έντασης, μπαίναμε σε περιοχές συναισθήματος. Από εκεί και πέρα, και με τον Αλέξανδρο και με τον Κωνσταντίνο έχουμε ζήσει μαζί γλυκύτατα, θέλω να πιστεύω ότι έχω ισορροπημένη σχέση με τα παιδιά μου. Και δεν θέλω να είμαι καθόλου προστατευτικός. Απλώς χαίρομαι που κάνουν ό,τι αγαπούν, γιατί πιστεύω ότι ο καθένας μπορεί να πετύχει μόνο σε ότι αγαπάει.

Για τους γιους του, Κωνσταντίνο και Αλέξανδρο που έχουν καταπιαστεί επίσης με τις παραστατικές τέχνες: “Χαίρομαι που κάνουν ό,τι αγαπούν, γιατί πιστεύω ότι ο καθένας μπορεί να πετύχει μόνο σε ότι αγαπάει”.
Απολύτως, με θεωρώ επιτυχημένο. Το γεγονός ότι υπάρχουν εκκρεμότητες που θα ήθελα να αγγίξω, είναι μια παράμετρος. Αλλά πιστεύω ότι το μέλλον θα μου φερθεί στοργικά και θα εκπληρώσω αυτές τις επιθυμίες.
Εθνικό και Επίδαυρος, όπως είπαμε.Ναι είναι δύο χώροι που επιθυμώ να εργαστώ.
Στη ζωή τι εκκρεμότητες έχεις;Δεν μπορώ να τα ξεχωρίσω. Ζωή, δουλειά, τα νιώθω ως μια ενότητα. Δεν μπορώ να κάνω ταξινομήσεις· μέσα σε μια ενιαία συνθήκη κολυμπάω.
Ως άνθρωπος έχεις αγαπηθεί;Με θεωρώ επιτυχημένο. Το γεγονός ότι υπάρχουν εκκρεμότητες που θα ήθελα να αγγίξω, είναι μια παράμετρος. Αλλά πιστεύω ότι το μέλλον θα μου φερθεί στοργικά και θα εκπληρώσω αυτές τις επιθυμίες
Θα πω ναι. Χωρίς ενδοιασμό. Και πιστεύω ότι έχω υπάρξει και γενναιόδωρος.
Σου λείπει η αγάπη αυτό τον καιρό;Την βρίσκω. Αλλά στην αγάπη πρέπει να συντηρείς το αίτημα – άρα και να πληρώνεις το αντίτιμο μιας μοναξιάς. Κι αυτή με τροφοδοτεί να αναζητώ πάλι την αγάπη.
Αγαπάς τον εαυτό σου; Τον φροντίζεις;Μετά τη νόσο, βελτιώθηκε η κατάσταση. Αλλά ακόμα υπάρχει περιθώριο για να μάθω να με αγαπώ περισσότερο. Πρέπει να μου παίρνω πότε – πότε και καμιά σοκολάτα.

“Υπάρχει περιθώριο για να μάθω να με αγαπώ περισσότερο. Πρέπει να μου παίρνω πότε – πότε και καμιά σοκολάτα”, παραδέχεται για τη σχέση με τον εαυτό του.
Ναι, γι’ αυτό έχω λύσσα για ζωή. Θέλω να χαίρομαι που ανασαίνω, που κοιτάζω τον ουρανό, το βλέμμα ενός ανθρώπου. Και φωνάζω σε όλους «ζήστε!». Γιατί όλα τώρα είναι, μετά δεν έχει.
Όταν ήρθε η ασθένεια, κλονίστηκε η πίστη σου;Όχι, το αντίθετο. Και μάλιστα δεν ήθελα να μιλάω καθόλου με όρους πολεμικούς για την ασθένεια μου. Έλεγα ότι κάτι φιλοξενώ, πως πρέπει να το φιλοξενήσω και του έδινα σχεδόν μεταφυσική αξία. Θεωρούσα την ασθένεια μου ιερή, ότι πρέπει κάτι να μου μάθει, σχεδόν σαν ευλογία. Υπήρχε ο πόνος για να μου θυμίσει. Ο πόνος δεν είναι εκεί για να σε πονέσει, αλλά για να σου θυμίσει. Υπό αυτή την έννοια, θεωρούσα ότι η ασθένεια μου έπρεπε να συμβεί, γιατί με έκανε καλύτερο άνθρωπο.
Νωρίτερα στη ζωή σου, έχασες την πίστη σου;Δεν μπορώ να καταλάβω τη ζωή αν δεν πιστεύω
Εκεί γύρω στα 30, αφού είχα αποκτήσει τα παιδιά, πέρασα μια περίοδο αμφισβήτησης που κράτησε 2-3 χρόνια. Τότε δυσκολεύτηκα πολύ, ήταν μια φάση κατάθλιψης. Πολλά κρίνονται όταν δεν πιστεύεις στον εαυτό σου. Όταν δεν πιστεύεις πως έχεις τη δύναμη, πως δεν αξίζει τον κόπο να αναπνεύσεις.
Κι εσύ πιστεύεις.Πιστεύω πολύ στην προσευχή. Ακόμα και τις παραστάσεις μου, τις αντιλαμβάνομαι ως προσευχές. Πιο πολύ με ενδιαφέρει αυτό το κομμάτι, παρά οποιαδήποτε άλλη αισθητική κατηγοριοποίηση. Το κομμάτι της πίστης με απασχολεί πολύ και το θαύμα για μένα είναι η πίστη. Πιστεύω βαθιά στην πίστη. Δεν μπορώ να καταλάβω τη ζωή αν δεν πιστεύω.
Ο Γιάννης Σκουρλέτης σκηνοθετεί το «Πανδοχείον η Φιλόξενη Ερημία». Η παράσταση κάνει πρεμιέρα στις 12 Μαρτίου, στο bijoux de kant HOOD art space (Πολυκλείτου 21, Μοναστηράκι)
Κείμενο: Ε. Χ. Γονατάς
Σκηνογραφία, κουστούμια: Νίκος Παπαδόπουλος
Δραματουργική επεξεργασία: Ασημένια Ευθυμίου
Φωτισμοί: Γιώργος Μαρουλάκος
Βοηθός σκηνοθέτη: Βιβή Συκιώτη
Παίζουν: Θανάσης Δήμου, Χάρης Χαραλάμπους Καζέπης
Παραστάσεις: κάθε Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο & Κυριακή στις 21:00 έως 05/04
Τιμές εισιτηρίων: 12, 16 ευρώ
Προπώληση εισιτηρίων: https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/pandoxeion-i-filokseni-erimia/