Από το τηλέφωνο ακούγονται οι ανακοινώσεις των επόμενων πτήσεων. «Οι Γριές που μαζεύουν την τσουκνίδα», δηλαδή ο Μιχάλης Αναγνώστου, ο Μανούσος Γεωργόπουλος και ο Πλάτωνας Γιώργος Περλέρος, οι πρωταγωνιστές στο έργο του Κωνσταντίνου Ντέλλα, βρίσκονται στο αεροδρόμιο «Μακεδονία», επιστρέφοντας από τη Θεσσαλονίκη. Είναι η πέμπτη επίσκεψη της παράστασης στην πόλη, στα τρία χρόνια ζωής της: τρεις φορές στο θέατρο «Αμαλία» και δύο στη σκηνή του «Αυλαία» – όλες κατάμεστες.
«Δεν είναι μόνο πως η Θεσσαλονίκη έχει αγαπήσει πολύ την παράσταση, είναι η έκπληξη της ηλικιακής σύνθεσης, η μεγάλη αποδοχή που έχει η παράσταση από τις νεανικές ηλικίες», παρατηρεί ο δραματουργός και σκηνοθέτης της παράστασης. Και είναι στ’ αλήθεια έκπληξη αφού το έργο ακουμπά το είδος της εθνογραφίας του φύλου: τον τρόπο πραγμάτωσης των γυναικών στην πατριαρχική επαρχία, μέσα από τις παράλληλες πρακτικές της μαγειρικής που επεκτείνονταν έως τη μαγεία.
Η αρχή στο Θεσσαλικό Θέατρο
Ήταν το καλοκαίρι του 2023, όταν η Κυριακή Σπανού, τότε καλλιτεχνική διευθύντρια του Θεσσαλικού Θεάτρου, ανέθεσε στον Κωνσταντίνο Ντέλλα να ετοιμάσει μια παράσταση σύντομου κύκλου στην Πειραματική Σκηνή. Φίλιος της έρευνας σε λαϊκούς μύθους, ο Ντέλλας είχε αρχίσει να προσεγγίζει την ιδέα να καταπιαστεί, στο πλαίσιο μιας ανθρωπολογικής μελέτης, με τη γυναίκα στην Τρίτη Ηλικία. «Όταν ήρθε η πρόταση από το Θεσσαλικό, οι ‘Γριές’ βρήκαν ανοιχτό το πέρασμα για να μπουν στη ζωή μου», ομολογεί. Από το μύθο της Μήδειας που θέλει να περνάει πάνω από τη Θεσσαλία και να της πέφτει μια σακούλα με μαγικά βοτάνια, η περιοχή έχει συνδεθεί με τις πρακτικές της λαϊκής μαγείας, ως ένα κομμάτι λαϊκής τελετουργίας που προτάσσει το έμφυλο στοιχείο.
Η καταπιεσμένη γυναίκα του θεσσαλικού κάμπου (και όχι μόνο) είχε βρει μια έξοδο ορατότητας αλλά και κύρους στην τοπική κοινωνία φτιάχνοντας μαντζούνια, καταπλάσματα, ξεματιάζοντας, κάνοντας μαγικά με τα ίδια ακριβώς υλικά που χρησιμοποιούσε στην καθημερινότητα της για το φαγητό της ημέρας. «Είναι μια από τις γκρίζες περιοχές της ελληνικής παράδοσης, γι’ αυτό και οι σχετικές προφορικές μαρτυρίες δεν θεωρούνται ιδιαίτερα έγκυρες – αντίθετα είχαν σνομπαριστεί», εξηγεί ο Κωνσταντίνος Ντέλλας.

Στα ανοιχτά θέατρα της περιφέρειας της Λάρισας.
Να όμως, που η εμφάνιση τριών μαυροντυμένων γηραιών γυναικών, με ρυτιδιασμένα πρόσωπα και λευκές πλεξούδες έως τη μέση του κορμιού τους εμφανίστηκαν στη σκηνή της Πειραματικής του Θεσσαλικού για να αφηγηθούν κρυφές ιστορίες της γενιάς τους και των γενεών πριν από αυτές, αναβιώνοντας την αγαπητική, οικεία μνήμη της «γιαγιάς», δίνοντας της ένα πρόσωπο αυτοσχέδιας μάγισσας, επιχείρημα μιας αφανούς εξουσίας. «Από τη μια αντλήσαμε από τη λαογραφία και το συλλογικό αφήγημα, έννοιες που έχουν κακοποιηθεί από τον καθωσπρεπισμό της σύγχρονης ζωής για να παρουσιάσουμε γκρίζες μορφές ζωές και περιφερειακούς ήρωες. Την ίδια ώρα, τοποθετήσαμε αυτό το υλικό σε ένα καρναβαλικό, φορμαλιστικό περιβάλλον, όπου οι άνδρες ενδύονται τις ηλικιωμένες γυναίκες. Ήταν, ομολογουμένως, ένα μεγάλο στοίχημα και πολλά τα πεδία ανοικειότητας», παραδέχεται ο Κωνσταντίνος Ντέλλας.
Κι όμως, να, που το ανοίκειο έγινε οικείο. Και το τοπικό έγινε παγκόσμιο. Η παράσταση, τον περασμένο Σεπτέμβριο και Οκτώβριο ταξίδεψε στο Σαράγεβο και στη Λευκωσία, ανοίγοντας τον ορίζοντα της στο βαλκανικό χάρτη, προετοιμάζοντας τον διεθνή.

Οι πρωταγωνιστές της παράστασης Πλάτωνας Γιώργος Περλέρος, Μιχάλης Αναγνώστου και Μανούσος Γεωργόπουλος.
Στο μέιλ μου φθάνει ένας μακροσκελής πίνακας. Ψηλαφίζω με το δάχτυλο μου, την περίοδο που παρακολούθησα τις «Γριές που μαζεύουν την τσουκνίδα: τρίτη στήλη από την αρχή, Οκτώβριος του 2023, κατά τις πρώτες παραστάσεις στην Αθήνα, στη σκηνή του «Σταθμού», όπου μέχρι σήμερα παίζονται σε γεμάτο θέατρο, σε ασταμάτητη λούπα, παίρνοντας διαρκώς παρατάσεις – με μια ενδιάμεση στάση στο Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου το καλοκαίρι του 2025.
Σταθμοί σε Ελλάδα και εξωτερικόΑπό το ντεμπούτο του Θεσσαλικού Θεάτρου και τις παραστάσεις που δόθηκαν σε ανοιχτά θέατρα του νομού – λίγες εβδομάδες πριν η περιοχή βυθιστεί στο θάνατο, το πένθος και στη λάσπη με την επέλαση του Daniel – οι «Γριές που μαζεύουν την τσουκνίδα» έχουν δώσει περί τις 250 παραστάσεις, σε περισσότερους από 25 σταθμούς σε όλη την ηπειρωτική, τη νησιωτική Ελλάδα, παίρνοντας και την πρώτη γεύση από το εξωτερικό. Από το Βόλο, τη Λάρισα και τα Τρίκαλα, έως τα Γιάννενα, την Καβάλα, την Κεφαλονιά, την Πάρο, τη Νάξο, την Κρήτη, του Παξούς, την Πτολεμαϊδα, την Ερμιόνη, την Κομοτηνή. «Μετά την πρεμιέρα στο Θεσσαλικό, όλοι οι θεατές μιλούσαν για τις γιαγιάδες τους, μας υποδέχθηκαν με μεγάλη γενναιοδωρία. Το φοβερό είναι πως αυτό δεν σταμάτησε πουθενά· όχι μόνο η ροή του κόσμου όπου πηγαίναμε, αλλά και τα συνεχή αιτήματα για να πάμε κάπου αλλού. Το αστείο είναι πως, κατεβαίνοντας το 2023 στην Αθήνα, δεν είχαμε τίποτα, παρά μόνο τη σκευή της παράστασης. Δεν ξέραμε καν αν θα βγάλουμε έκαστος πάνω από 50 ευρώ. Ξεκινήσαμε σε μια συνθήκη συμπαραγωγής με τον «Σταθμό» του Μάνου Καρατζογιάννη και με τον ενθουσιασμό ‘πάμε κι ας μην βγάλουμε τίποτα’». Εντούτοις, ο αρχικός σχεδιασμός για έναν κύκλο οκτώ παραστάσεων, δηλαδή ενός μήνα, μας βρίσκει σήμερα στην τρίτη σεζόν, με τα εισιτήρια να είναι εξαντλημένα μέχρι τις αρχές Μαΐου. Παρά τη μακρά πορεία της παράστασης, ο Ντέλλας εξηγεί πως «δεν έχει ησυχάσει στιγμή. Υπάρχει διαρκώς μια συζήτηση επαναπροσδιορισμού με τους ηθοποιούς (είναι όλοι μαθητές του) που συντηρεί τη σκηνική συγκίνηση. Κι επειδή ακολουθώ την περιοδεία και έχω μείνει σε επαφή με την εξέλιξη της, είναι αρκετές οι φορές που με πιάνω να βουρκώνω την ώρα που παίζεται. Κι αυτό σημαίνει πως ακόμα υπάρχει αυτή η ρωγμή που αναζητάμε· και πως αν πάψει, αν επουλωθεί, θα σκεφτώ ξανά τη συνέχεια της».

Παράσταση κάτω από το φως των φωτιστικών του χωριού.
Το βιογραφικό της παράστασης είναι ήδη πολύ πλούσιο· όχι μόνο επειδή έχει ταξιδέψει σε όλα τα σημεία του ελληνικού ορίζοντα, μα κυρίως γιατί έχει ζυμωθεί με πολλά και διαφορετικά κοινά και μάλιστα στις δύσκολες συνθήκες που επιφυλάσσει η περιφέρεια για τη φιλοξενία και της πιο μικρής θεατρικής παραγωγής. «Η διαμόρφωση της σκηνικής διαχείρισης στην επαρχία είναι κάθε φορά ένα μάθημα, μια διαρκής άσκηση και τελικά μια διαρκής άρση. Σίγουρα, έχει ενταθεί το ένστικτο επιβίωσης μας, ειδικά σε μέρη που δεν είναι καθόλου οργανωμένα. Παρόλα αυτά, αισθάνομαι πως τα ανακλαστικά προσαρμογής που όχι μόνο δεν κοστίζουν στην παράσταση αλλά την ωφελούν», σημειώνει ο δημιουργός της.

Στη διάρκεια της περιοδείας στην ελληνική περιφέρεια.
Μπορεί να ανακαλέσει δεκάδες αναμνήσεις από την περιοδεία με το Opel Corsa και οδηγό τον ίδιο, να σαρώνουν στην πρώτη φάση της την Ελλάδα. Αλλά ο Κωνσταντίνος Ντέλλας θα αναφερθεί σε δύο σταθμούς κομβικούς: ίσως γιατί σε αυτά τα χωριά οι «Γριές» λειτούργησαν υπό απόλυτο αυτοσχεδιασμό. Το πρώτο από τον Ηλιά Καρδίτσας όπου οι κάτοικοι – πριν από τούτη την παράσταση – δεν είχαν δει ποτέ, μα ποτέ θέατρο. Έφεραν φωτιστικά και λαμπατέρ από το σπίτι για να φωτίσουν τους ηθοποιούς και στο τέλος πίστευαν πως οι τρεις γριές ήταν πρόσωπα αληθινά. «Είδα γυναίκες που ντύθηκαν με τα καλά τους, σαν να πήγαιναν στην εκκλησία, άνδρες που παρακολουθούσαν με το τσιγάρο στο χέρι· κι ένα αγροτικό αυτοκίνητο που έφτασε στο χώρο της παράστασης, σαν να μην συνέβαινε τίποτα». Κι ύστερα στο Φανάρι Καρδίτσας: όπου στο πλαίσιο ενός πανηγυριού έπαιξαν για 750 θεατές. Εκεί στήθηκαν δεκάδες πλαστικές καρέκλες, στρώματα με κουρελούδες προκειμένου να φτιαχτεί μια αμφιθεατρική σχέση με την παράσταση, οι ηθοποιοί άλλαξαν στο Δημοτικό Σχολείου του χωριού και ως γριές εμφανίστηκαν μέσα από το κοινό· όχι ως σχήμα ανοίκειο, αλλά ως τρεις γνώριμες φιγούρες.

Ο Κωνσταντίνος Ντέλλας ακολουθεί τα ίχνη των “Γριών” σχεδόν σε κάθε σταθμό της ελληνικής περιφέρειας.
Ό,τι κι αν προκύψει, με όποια πρόκληση κι αν έρθουν αντιμέτωποι, είναι η ομάδα των συντελεστών που θα δώσει τη λύση. «Δεν υπάρχει εταιρεία παραγωγής από πίσω. Ταξιδεύουμε με ένα αυτοκίνητο και τα κοστούμια φορτωμένα στο πορτπαγκάζ. Κι αυτό καλλιέργησε αναγκαστικά μιαν άλλη θεώρηση για τη σχέση μας με το θέατρο: μια ολιστική σχέση με τα πράγματα. Η παράσταση συμβαίνει και στους ενδιάμεσα χρόνους – όχι μόνο στη σκηνή», εξηγεί ο Κωνσταντίνος Ντέλλας, υπενθυμίζοντας πως όλα έχουν περάσει από τα χέρια της ομάδας: το λούσιμο των περουκών, η μπουγάδα της ενδυματολογικής εγκατάστασης της Κωνσταντίνας Μαρδίκη, κάνοντας το σπίτι του να θυμίζει, για τα δύο πρώτα χρόνια, φροντιστήριο θεάτρου – μπορεί και εργοτάξιο. Τον περασμένο Μάϊο, στη διάρκεια της περιοδείας στην Κρήτη, ταξιδεύοντας από τη μια πόλη στην άλλη, ο σκηνοθέτης θυμάται να χρησιμοποιούν τις πόρτες του αυτοκινήτου σαν απλώστρες για να στεγνώσουν τα σκηνικά ‘σώματα’ των «Γριών»· ένα από τα πολλά συμβάντα που οι πρωταγωνιστές μετασχημάτισαν, με κάποιο τρόπο, στη σκηνή.

Στο κατάμεστο Δημοτικό Θέατρο Λευκωσίας.
«Οι Γριές που μαζεύουν την τσουκνίδα» ωριμάζουν με κάθε τρόπο. Είτε γιατί ανέβηκαν στην πατρίδα της μεγαλύτερης πλημμύρας στην σύγχρονη ιστορία της χώρας, συνομιλώντας με τους ανθρώπους, η ζωή των οποίων ισοπεδώθηκε και αφέθηκαν στην τύχη τους. Είτε γιατί οι βιωμένες πληροφορίες – «τα ζώα που έσκουζαν τρομοκρατημένα από το νερό κι ύστερα γίνονταν όλα σιωπή» – εξελίχθηκαν σε ενσώματη καταγραφή της παράστασης. Είτε γιατί οι τσουκνιδόπιττες καταφθάνουν στα θέατρα όπου σταθμεύουν ως μια γνήσια μαρτυρία «μαγικού υλικού». Είτε γιατί ο Ντέλλας ακόμα συνεχίζει την έρευνα στο κοινό της επαρχίας που παρακολουθεί την παράσταση, παροτρύνοντας το να μοιραστεί βιώματα γιαγιάδων και προγιαγιάδων που μάζευαν τσουκνίδα ή άλλα μαγικά βοτάνια. Γιατί κάποτε οι γυναίκες αυτές έσπασαν τη σιωπή τους και ομολόγησαν τις εμπειρίες της ριζωμένης καταπίεσης στα παιδιά, στα εγγόνια και στα δισέγγονα τους. Κάπως έτσι, έφτασε ένα μέιλ στη διεύθυνση του Κωνσταντίνου Ντέλλα όπου ένας άνδρας ομολογούσε την ανάμνηση της γιαγιάς του: «Κάθε φορά που ξεσπούσε βροχή και βροντούσε, σήμαινε πως ο παππούς της (δηλαδή ο προπάππους του μάρτυρα) έδερνε τη γιαγιά της στον ουρανό». Αυτό είχε ένα κορίτσι για τη βροχή μάθει για τη βροχή: ο προπάππους άστραφτε και βρόνταγε πάνω στο σώμα της ανυπεράσπιστης γυναίκας του.
Η ιστορία αυτού που ονομάζουμε έμφυλη βία, κοινωνική απομόνωση και διάκριση συνεχίζει να τρέφει αυτήν την παγανιστική θεατρική τελετουργία που έχει φέρει στο φως έναν παλιό, πολύ παλιό, υπόγειο κώδικα της γυναικείας ενδυνάμωσης. Στο μεταξύ, ένας από τους πρώτους Λαρισαίους συνεντευξιαζόμενους των «Γριών» πέθανε πριν από μερικούς μήνες. Ο Κωνσταντίνος Ντέλλας λέει πως αυτό είναι σημάδι ότι η παράσταση «ζει σε παρελθόντα χρόνο». Η ανταπόκριση του κοινού, πάλι, δείχνει πως ζει σε παρόντα και μέλλοντα.


” Οι γριές που μαζεύουν την τσουκνίδα” ανεβαίνουν στο Θέατρο “Σταθμός” (Β. Ουγκώ 55, Μεταξουργείο)
Δραματουργία – σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Ντέλλας
Ερμηνεύουν: Μιχάλης Αναγνώστου, Μανούσος Γεωργόπουλος, Πλάτωνας Γιώργος Περλέρος
Ηχητικό περιβάλλον – πρωτότυπη μουσική: Αλέξανδρος Κτιστάκης
Επιμέλεια κίνησης: Μαρίζα Τσίγκα
Κατασκευή μάσκας: Μάρθα Φωκά
Επιμέλεια κοστουμιών: Κωνσταντίνα Μαρδίκη
Φωτισμοί: Γιώργος Αντωνόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη: Μαντώ Κατσούγκρη
Ημέρες και ώρες παράστασης: Δευτέρα και Τρίτη, 21.00
Link εισιτηρίων: https://tickets.public.gr/gr-el/tickets/theater/oi-gries-pou-mazeuoun-tin-tsouknida-3os/