MENU
Κερδίστε Προσκλήσεις
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
16
ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ
ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Χρήστος Θεοδωρίδης: Οι Τέχνες δέχονται επίθεση ως τελευταίο πεδίο ελευθερίας

Ο σκηνοθέτης Χρήστος Θεοδωρίδης πιστεύει πως βρισκόμαστε στο τελευταίο σκαλοπάτι πριν το φασισμό, ζώντας την πιο ακραία μορφή καπιταλισμού.

KEIMENO: Στέλλα Χαραμή | 16.01.2026 Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Ένα σκούρο μωβ κασκόλ είναι τυλιγμένο πάνω από το γιακά του πράσινου παλτό του. Γιατί παρά την ηλιόλουστη μέρα το κρύο είναι τσουχτερό. Βέβαια, ο Χρήστος Θεοδωρίδης έχει γεννηθεί, μεγαλώσει και σπουδάσει στη Θεσσαλονίκη, οπότε τα αντανακλαστικά του στις  πιο χαμηλές θερμοκρασίες είναι σίγουρα καλύτερα από τα αθηναϊκά.

Στην Αθήνα ζει από το 2009 – οπότε και με τη συμφοιτήτρια του και χορογράφο Ξένια Θέμελη, ίδρυσαν την Ορχήστρα των Μικρών Πραγμάτων. Ο Θεοδωρίδης ήξερε από παιδί ότι ήθελε να κάνει θέατρο και αυτός ήταν ο λόγος που η Αθήνα έγινε μόνιμος τόπος κατοικίας.

Έχουν περάσει πάνω από 10 χρόνια – με εκκίνηση τον σαιξπηρικό «Άμλετ» του 2014 – που οι σκηνοθεσίες του συζητιούνται από τη θεατρική κοινότητα και είναι αναγνωρίσιμες από το κοινό. Και μετά από ένα ξέσπασμα μεγάλης αποδοχής που έφεραν διαδοχικά τα έργα «Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου», «Σ’ εσάς που με ακούτε» και «Το συνέδριο στο Ιράν», ο Χρήστος Θεοδωρίδης κάνει επιτέλους το ντεμπούτο του στο Εθνικό Θέατρο με την πρωτοεμφανιζόμενη «Ιεροτελεστία» του Γκικιώμ Πουά: μια πολυφωνική αφήγηση που, ορμώμενη από το φαινόμενο της καραντίνας και της πανδημίας, προσεγγίζει την πραγματικότητα της αναπάντεχης απώλειας.

Η «Ιεροτελεστία» ήταν μια ευτυχής συγκυρία – αφού προϋπόθεση για τον σκηνοθέτη να βρεθεί στο Εθνικό (αλλά και όπου αλλού) είναι να συναντήσει μια ιστορία επείγουσα να ειπωθεί. Ο Χρήστος Θεοδωρίδης δηλώνει κυνικός, αλλά τουλάχιστον στο θέατρο υιοθετεί ένα ρομαντικό βλέμμα. Αδυνατεί να προσαρμοστεί στα δεδομένα της αγοράς – δηλαδή να σκηνοθετεί δύο και τρεις παραστάσεις το χρόνο – θέλει να συντηρήσει με το θέατρο μια σχέση ερωτική που δεν θα μολυνθεί από τη συνήθεια και στο βάθος του χρόνου ονειρεύεται ένα χώρο για να στεγάσει τις παραστάσεις, την ομάδα και τους ανθρώπους της σε μια εργαστηριακή συνθήκη. Κι όλα αυτά γιατί πιστεύει πως η τέχνη είναι το τελευταίο ανάχωμα λογικής και ευαισθησίας σε έναν αναποδογυρισμένο κόσμο.

Ο Χρήστος Θεοδωρίδης κάνει το ντεμπούτο του στο Εθνικό Θέατρο με το έργο “Ιεροτελεστία”.

Γιατί στρέφεσαι σε παραστάσεις πολυφωνικές, πολυπρόσωπες; Είναι ένα δημοκρατικό αντανακλαστικό; Ή έχει να κάνει με την αρχετυπική ιδέα πως όλοι είμαστε ένας;

Η αλήθεια είναι πως δεν το έχω σκεφτεί τόσο διεξοδικά. Σίγουρα, με ενδιαφέρει, αυτό που ονομάζω, «ανθρωπίλα». Με ενδιαφέρει η ανθρώπινη ανικανότητα, η ανημπόρια και η επιτυχία όταν ο άνθρωπος καταφέρει να ξεπεράσει την ανημπόρια. Με ενδιαφέρουν ο άνθρωπος και οι ποιότητες του – γι’ αυτό επιλέγω έργα που προσφέρουν πολλές τέτοιες οπτικές. Μου αρέσει να μελετάω πως ο άνθρωπος μπορεί να διαχειριστεί τη ζωή του και, όπως φαίνεται, υπάρχουν άπειροι τρόποι γι’ αυτό.

Είναι το ενδιαφέρον σου για την ανθρώπινη κατάσταση που σε έφερε στο θέατρο;

Από μικρός ήθελα να γίνω ηθοποιός· ανήκω στις περιπτώσεις που ως παιδί είχα κατασταλάξει στο τι με ενδιαφέρει να κάνω. Συνεπώς, έχω την αίσθηση ότι η επιλογή μου καθορίστηκε από τον προσωπικό μου ναρκισσισμό. Αργότερα, μπαίνοντας στην Σχολή Καλών Τεχνών της Θεσσαλονίκης είχα μια άλλου τύπου έπαρση, του τύπου «ορίστε, ήρθα». Ευτυχώς, αυτό κράτησε λίγο, γιατί συνειδητοποίησα ότι δεν ήξερα απολύτως τίποτα και ότι χρειαζόταν απίστευτη δουλειά και μελέτη προκειμένου να μπορέσω να εξελίξω τη σκέψη μου. Αυτό έκανα: ρίχτηκα στη δουλειά και μέσα στο θέατρο αντιλήφθηκα την ανθρώπινη μικροκοινότητα στην οποία μπορώ να υπολογίζω. Με τον καιρό, οδηγήθηκα σε μια ιδεολογία για την σκηνοθετική προσέγγιση μου.

Από μικρός ήθελα να γίνω ηθοποιός· ανήκω στις περιπτώσεις που ως παιδί είχα κατασταλάξει στο τι με ενδιαφέρει να κάνω. Συνεπώς, έχω την αίσθηση ότι η επιλογή μου καθορίστηκε από τον προσωπικό μου ναρκισσισμό

Από την εφηβική σου σχέση με την τέχνη, μέχρι σήμερα τι θα έλεγες πως έχει μετακινηθεί;

Κάπως, είμαι διαφορετικός άνθρωπος, έχοντας κρατήσει ανέπαφο τον πυρήνα μου. Έχω κρατήσει την αίσθηση της δύναμης που μου προσέφερε αυτός ο ναρκισσισμός – δηλαδή, θέλω τα πράγματα να συμβαίνουν όπως τα έχω ανάγκη. Ωστόσο, όχι οδηγημένος από εγωϊσμό, αλλά επειδή δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Για παράδειγμα, δεν μπορώ να δουλέψω σε θέατρα που δεν θέλω, δεν μπορώ να δεχθώ αναθέσεις αν δεν μου λέει κάτι το έργο ή δεν μπορώ να δουλέψω σε προαποφασισμένους χρόνους αν δεν μου επαρκούν. Προσπαθώ να διεκδικήσω τα πράγματα με τον τρόπο που πιστεύω ότι πρέπει και μπορώ, εφόσον καταλαβαίνω τι θέλω να κάνω από τη στιγμή που θα μπούμε στην πρόβα.

Και νωρίτερα τι γεννιέται;

Από πριν έχω μια ιδέα, μια επιθυμία, ένα φίλτρο για το έργο, αλλά όταν μπω στην πρόβα έρχονται όλα όσα χρειάζομαι. Ομολογώ πως αρχικά χτυπάω το κεφάλι μου στον τοίχο, διερωτώμενος γιατί διάλεξα το εκάστοτε έργο, σύντομα απαντώ σε αυτό βρίσκοντας το λόγο που με συγκινεί και στη συνέχεια, κοντά στους ηθοποιούς,  συνειδητοποιώ που πάμε και τι θέλω να κάνω. Αυτό υπαγορεύει χρόνους μη παραδοσιακούς. Για να καταλήξω, λοιπόν, σε μια απάντηση εκείνο που έχει μείνει κάπως άθικτο είναι να είμαι πιστός στον τρόπο με τον οποίο θέλω να συμβαίνουν τα πράγματα.

Και ποιο είναι το τίμημα; Γιατί σίγουρα υπάρχει.

Προφανώς και υπάρχει. Έχω αρνηθεί πολλές αναθέσεις γιατί απλώς δεν μπορώ: αν δεν ερωτευτώ ένα έργο, δεν έχει νόημα να μπω σε μια πρόβα. Νιώθω ότι θα βαριέμαι· και από τη στιγμή που θα βαριέμαι προτιμώ να μην το κάνω. Πρέπει να συνδεθώ με ένα κείμενο.

Σχολιάζοντας την κατάρρευση ιδεών και αξιών: “είναι πολύ πιο δύσκολο να διαχειριστείς τις υπαρξιακές σου αγωνίες σε έναν κόσμο όπου δεν επιβιώνει καμιά αξία, καμία ηθική και ιδέα, επικρατεί ο νόμος του ισχυρού και το δίκιο της ακραίας εξουσίας”.

Υπό αυτήν την έννοια, πως επέλεξες την «Ιεροτελεστία»;

Ο συγγραφέας Γκιγιώμ Πουά ήταν μια πρόταση της Αργυρώς Χιώτη οπότε άρχισα να διαβάζω τα έργα του. Ευτυχώς, κόλλησα με την «Ιεροτελεστία».

Δηλαδή, υπήρχε πιθανότητα να απορρίψεις και τη συνεργασία του Εθνικού;

Μα δεν αφορά στο Εθνικό ή άλλον οργανισμό. Απλώς δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να κάνω κάτι που δεν μου αρέσει.

Τελικά, τί σε κέρδισε στο έργο;

Μετά το «Συνέδριο στο Ιράν» άγγιξα θέματα πιο υπαρξιακά, οπότε η «Ιεροτελεστία» μοιάζει να έρχεται ως μια φυσική συνέχεια αυτής της προβληματικής. Με ενδιέφερε το θέμα, ο τρόπος που ο συγγραφέας προσεγγίζει τη νομοτέλεια του θανάτου. Μάλλον, επειδή μεγαλώνω, μπαίνω περισσότερο στην αναζήτηση του τι σημαίνει ένας θάνατος, τί αποτύπωμα αφήνει – πόσο μάλλον, τώρα, στην εποχή μας,. Και όλα αυτά μέσα από έναν απλό λόγο, χαρακτηριστικό των Γάλλων συγγραφέων. Λένε πολλά και σημαντικά με πολύ απλά λόγια.

Προσπαθώ να διεκδικήσω τα πράγματα με τον τρόπο που πιστεύω ότι πρέπει και μπορώ

Τα τελευταία χρόνια συγγραφείς με ευρωπαϊκή πνοή – ακόμα και ο Ιβάν Βιριπάγιεφ που φέρνει κάτι από τη ρωσική παράδοση αισθάνομαι πως πλησιάζει περισσότερο τις ευρωπαϊκές αναζητήσεις. Είναι τυχαίο ή σε απασχολεί η Ευρώπη των χαμένων ιδεών;

Ζούμε, πράγματι, στην εποχή της κατάρρευσης των ιδεών. Με αφορούν οι ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης, όπως και της Ρωσικής Επανάστασης και είναι αυτές που, μέχρι ένα σημείο, γαλούχησαν τη σύγχρονη ευρωπαϊκή σκέψη. Παρόλα αυτά, δεν μια συγκεκριμένη στόχευση εκεί. Με ενδιαφέρει ο άνθρωπος στο σημερινό κόσμο – κι αυτό συμπαρασύρει τον τόπο που ζει. Γιατί και το «Σ’ εσάς που με ακούτε» ήταν μια κραυγή για την πτώση των ιδεολογιών, πανευρωπαϊκά και παγκόσμια, από τη Λούλα Αναγνωστάκη, μια Ελληνίδα συγγραφέα.

Σε διακατέχει το υπαρξιακό άγχος του σύγχρονου ανθρώπου;

Έτσι κι αλλιώς ο ανθρώπινος βίος είναι συνυφασμένος με την απόλυτη τυχαιότητα και ματαιότητα. Νομίζω ότι κάθε βήμα στη ζωή μας είναι μια τυχαία πράξη και, όπως, αναφέρεται και στην «Ιεροτελεστία» δεν υπάρχει τίποτα μετά: ό,τι ζούμε, το ζούμε εδώ και αυτό είναι. Πιστεύω δε, ότι ζούμε σε δανεικό χρόνο, χωρίς, για την ώρα, να προσπαθώ να ζήσω όσο πιο πολλά μπορώ, με το φόβο ότι δεν ξέρω αν θα ζω αύριο. H μέρα και οι υποχρεώσεις της εξακολουθούν να με παρασύρουν χωρίς να σκέφτομαι «δεν πειράζει, είμαι εδώ και είμαι υγιής». Πάντως, η σκέψη του ότι «σήμερα είσαι και αύριο δεν είσαι» γίνεται τριπλά δύσκολη στον πλανήτη των τελευταίων ετών.

Ο κόσμος αλλάζει ραγδαία, δεν μπορώ να τον παρακολουθήσω· πράγματα που με σόκαραν χθες, συνειδητοποιώ ότι δεν με σοκάρουν σήμερα με τον ίδιο τρόπο, αφού έχει προκύψει κάτι ακόμα πιο αδιανόητο. Τις προάλλες, πέρασα ένα βράδυ παρακολουθώντας τα νέα για την, εν ψυχρώ, δολοφονία της Ρενέ Γκουντ στην Μινεάπολη από τον ICE – μην μπορώντας να το χωρέσω στο μυαλό μου, όσο και το ότι όλο το επιτελείο Τραμπ προσπαθούσε να διαστρεβλώσει όσα αναγνωρίζουν τα μάτια μας σε βίντεο που καταγράφει τι έγινε λεπτό προς λεπτό. Αυτό είναι δείγμα απόλυτης παρακμής της ανθρωπότητας. Συνεπώς, είναι πολύ πιο δύσκολο να διαχειριστείς τις υπαρξιακές σου αγωνίες σε έναν κόσμο όπου δεν επιβιώνει καμιά αξία, καμία ηθική και ιδέα, επικρατεί ο νόμος του ισχυρού και το δίκιο της ακραίας εξουσίας. Ο κόσμος έχει αναποδογυρίσει, συνειδητοποιείς το απόγειο της τρέλας και το μόνο που σκέφτεσαι είναι να βγεις έξω και ν’ αρχίσεις να σπας ότι βρεις μπροστά σου. Προφανώς, δεν είναι αυτή η λύση.

Έχω αρνηθεί πολλές αναθέσεις γιατί απλώς δεν μπορώ: αν δεν ερωτευτώ ένα έργο, δεν έχει νόημα να μπω σε μια πρόβα. Νιώθω ότι θα βαριέμαι· και από τη στιγμή που θα βαριέμαι προτιμώ να μην το κάνω

Τι άλλο σου φαίνεται τρελό;

Άνθρωποι φτωχοί, που ζουν με λιγότερα από το μέσο Έλληνα, αλλά δεν χάνουν την ευκαιρία να υπερασπιστούν τις εξουσίες και τους αυταρχικούς ηγέτες σαν να είναι δικοί τους άνθρωποι. Ε, αυτό μου φαίνεται τρελό. Δεν μπορώ να το διαχειριστώ. Πως μπορείς να διαχειριστείς έναν πλανήτη όπου γιγαντώνεται ο ρατσισμός, η ακροδεξιά, η ομοφοβία και όλα συμβαίνουν τόσο απροκάλυπτα, χωρίς καμία συστολή και αιδώ. Ο Τραμπ δηλώνει πως απαγάγει έναν πρόεδρο (δικτάτορα μεν, αλλά δεν είναι αυτό το πρόβλημα του) γιατί θέλει να πάρει να πετρέλαια του και να χειραγωγήσει τη χώρα του. Είναι πολύ δύσκολο να κρατήσεις μια ψυχική ισορροπία, όταν βομβαρδίζεσαι καθημερινά με όλα αυτά.

Και πώς περιφρουρείς τη δική σου ισορροπία;

Φτιάχνοντας ένα μικρόκοσμο. Το θέατρο για μένα είναι ακόμα ένας τόπος όπου μπορώ να συνεννοηθώ και όπου ακόμα βασιλεύει η λογική. Κι είναι τόσο οξύμωρο, γιατί η τέχνη υπερασπίζεται τη φαντασία, ενώ για μένα έχει γίνει ένα στρατόπεδο λογικής. Το θέατρο είναι μια ασφαλής ζώνης για μένα, γι’ αυτό και επιμένω να ζω μέσα του. Όπως και με ανακουφίζει η αγάπη μου για τη μουσική. Αυτό δεν σημαίνει πως έχω αποκοπεί από τον κόσμο: κατεβαίνω συχνά σε πορείες και διαμαρτυρίες, μιλάω δημόσια και πολιτικά.

Μιλώντας για τις πολιτικές αναταραχές των τελευταίων ετών: “Δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος. Πιστεύω ότι μόνο χειρότερα θα πάνε τα πράγματα. Πιστεύω στην επικράτηση του Κακού ως αξίας και φοβάμαι ότι αυτό αφορά στην τρέχουσα εποχή”.

Καθώς η «Ιεροτελεστία» εμπνέεται από την καραντίνα, μια κατάσταση που μας μύησε στο άγνωστο της επόμενης ημέρας,  πως αφουγκράζεσαι τα πράγματα; Τι πιστεύεις πως μας μέλλει να ζήσουμε;

Δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος. Πιστεύω ότι μόνο χειρότερα θα πάνε τα πράγματα. Πιστεύω στην επικράτηση του Κακού ως αξίας και φοβάμαι ότι αυτό αφορά στην τρέχουσα εποχή. Όμως, ο κύκλος της ζωής φέρει πάντα μέσα του το φως, άρα το μόνο που εύχομαι είναι να έρθει πιο γρήγορα, εφόσον ως άνθρωποι έχουμε τη γνώση των προηγούμενων μεγάλων τραγωδιών. Πρέπει να ανασύρουμε αυτή τη συλλογική γνώση για να επιστρέψουμε το συντομότερο στο φως. Προς το παρόν, νομίζω ότι οδεύουμε στο ναδίρ και κάποια στιγμή θα σταματήσουμε να είμαστε ελεύθεροι – τουλάχιστον όπως ήμασταν μέχρι τώρα. Το φοβερό είναι πως, ενώ όλα αυτά έχουν αρχίσει να συμβαίνουν, σε επίπεδο ηγεσιών δεν κουνιέται φύλλο. Ίσως γιατί αν αντιδράσουν θα μπούμε σε πόλεμο που δεν είναι σοφό· από την άλλη, αναρωτιέσαι τι κάνουμε μπροστά σε αυτό το φαινόμενο; Βρισκόμαστε στο τελευταίο σκαλοπάτι πριν το φασισμό, ζώντας την πιο ακραία μορφή καπιταλισμού.

Ο κόσμος αλλάζει ραγδαία, δεν μπορώ να τον παρακολουθήσω· πράγματα που με σόκαραν χθες, συνειδητοποιώ ότι δεν με σοκάρουν σήμερα με τον ίδιο τρόπο, αφού έχει προκύψει κάτι ακόμα πιο αδιανόητο

Αναρωτιέσαι τι κάνει το θέατρο μπροστά στο «τέρας»;

Κάθε μέρα. Απευθυνόμαστε σε ανθρώπους με τους οποίους, ούτως ή άλλως, θα μπορούσαμε να συνεννοηθούμε.  Από την άλλη, σκέφτομαι ότι οι Τέχνες δέχονται επιθέσεις ακριβώς γιατί αποτελούν το τελευταίο πεδίο μιας κάποιας ελευθερίας.  Ίσως, λοιπόν, έχει αξία και μόνο ότι υπάρχουν και παράγουν – παρότι δεν έχουν την άμεση επίδραση στη ζωή των ανθρώπων. Η ύπαρξη του θεάτρου από μόνη της είναι μια προοδευτική, αν όχι επαναστατική, πράξη.

Και ίσως οι άνθρωποι δεν αισθάνονται τόσο μόνοι, όταν μοιράζονται κάτι που περιγράφει το συναίσθημα τους με συλλογικό τρόπο.

Δεν το είχα σκεφτεί έτσι. Έχεις δίκιο.

“Το θέατρο είναι μια ασφαλής ζώνης για μένα, γι’ αυτό και επιμένω να ζω μέσα του” εξηγεί.

Τι σε κινητοποιεί ως άνθρωπο: η ανάγκη για επιβίωση ή η ανάγκη για αλλαγή;

Στο θέατρο δεν με οδήγησε ο βιοπορισμός, αλλά η ανάγκη για αγάπη. Επομένως, θέλω να συντηρήσω μια αγαπητική σχέση με το θέατρο – χωρίς να σημαίνει ερασιτεχνική. Δεν θέλω να μπω στη διαδικασία να κάνω θέατρο για να ζω από αυτό – διαφορετικά θα πρέπει κάθε χρόνο να κάνω δύο και τρεις σκηνοθεσίες ετησίως· κι αυτό δεν είναι κάτι που μπορώ να υπηρετήσω. Δεν έχω τη σκέψη μου τοποθετημένη να κάνω δύο ή τρεις παραστάσεις «συγκλονιστικές», «επιδραστικές» την ίδια χρονιά. Έχω μια δεύτερη δουλειά – παίζω χρόνια μουσική στο «Τσιν Τσιν» – και έχω μια ησυχία πως δεν θα πεινάσω αν κάποια στιγμή δεν πρέπει να δουλέψω για το θέατρο. Συνεπώς, αυτό που με κινητοποιεί είναι μια επείγουσα σχέση με τα έργα, το αίσθημα ότι πρέπει να ανέβουν τώρα.

Αυτή η σχέση είναι κάπως σπάνια στα ελληνικά πράγματα, τη στιγμή που πολλοί σκηνοθέτες κάνουν τουλάχιστον δύο σκηνοθεσίες ανά σεζόν.

Καταλαβαίνω απόλυτα την επιλογή των συναδέλφων, απλώς εγώ νιώθω ότι σε μια τέτοια συνθήκη θα ατροφήσω, θα στερέψω. Αυτό προσπαθώ να προφυλάξω. Και στην ουσία ένα πράγμα αφηγούμαι, αλλά μέσα από διαφορετικά έργα και ίσως με διαφορετικά ίχνη που αφήνουν.

Δεν θέλω να μπω στη διαδικασία να κάνω θέατρο για να ζω από αυτό – διαφορετικά θα πρέπει κάθε χρόνο να κάνω δύο και τρεις σκηνοθεσίες ετησίως· κι αυτό δεν είναι κάτι που μπορώ να υπηρετήσω

Θεωρείς ότι σηματοδοτεί κάποιου είδους αρχή το ντεμπούτο σου στο Εθνικό;

Προφανώς χάρηκα με την πρόταση της Αργυρώς Χιώτη, αλλά όχι. Είτε είμαι στο Εθνικό, είτε στο ΚΘΒΕ, είτε στο ΠΛΥΦΑ δουλεύω με τον ίδιο τρόπο. Εκεί θα επιτύχω ή εκεί θα αποτύχω. Εκείνο που με ευχαριστεί είναι ότι τα τελευταία τρία χρόνια το κοινό της Ορχήστρας των Μικρών Πραγμάτων έχει ανοίξει και επικοινωνούμε με περισσότερο κόσμο. Εννοείται πως αυτό με έχει βοηθήσει και σε πρακτικό επίπεδο, αφού, μόλις πέρυσι, έβγαλα για πρώτη φορά χρήματα από τη θεατρική σκηνοθεσία! Ξαφνικά, ένιωσα περίεργα. Συνεπώς, το Εθνικό είναι μέρος του ανοίγματος που έχει συμβεί τα τελευταία χρόνια.

Είσαι παιδί του ΑΠΘ και φυσικά της Θεσσαλονίκης, όμως η Αθήνα μοιάζει να είναι μονόδρομος για όποιον θέλει να κάνει θέατρο. Σου στοιχίζει αυτό;

Είχα μια τεράστια λαχτάρα να κατέβω στην Αθήνα, αισθανόμουν ότι θα ανοίξει ο κόσμος μου, το μυαλό μου, οι δυνατότητες μου. Δεν θα μπορούσα να δουλέψω στη Θεσσαλονίκη κάνοντας το θέατρο. Αν, πάλι, ήμουν εκτός χώρου θα έμενα στη Θεσσαλονίκη. Ο τρόπος ζωής, ο κόσμος, η πόλη η ίδια με έχουν γαλουχήσει, οι μνήμες μου είναι όλες εκεί και περνάω πραγματικά πολύ ωραία κάθε φορά που είμαι εκεί. Είναι πιο οικεία πιο τα πράγματα στην πόλη αυτή, πιο ζεστά. Επιστρέφω σπίτι μου.

Μόλις πέρυσι, έβγαλα για πρώτη φορά χρήματα από τη θεατρική σκηνοθεσία!

Ως δημιουργός νιώθεις πως είναι δύσκολο να τελειώνουν τα πράγματα ή να αρχίζουν;

Έχοντας δεχθεί την προσωρινή φύση του θεάτρου – για να μην πω ότι μου αρέσει κιόλας – μπορώ να πω ότι ζορίζομαι στην αρχή. Στην αρχή, κουβαλάω όλα τα πράγματα που έχω κάνει στο παρελθόν κι εκεί αρχίζω να αγωνιώ αν η νέα παράσταση καταφέρει να έχει τον αντίκτυπο που είχαν οι προηγούμενες. Γρήγορα φεύγω από αυτόν τον προβληματισμό, συνειδητοποιώ πως δεν είναι αυτό το ζητούμενο, συγκεντρώνομαι και εκεί προσπαθώ να βρω ξανά τι είναι αυτό που με συγκίνησε στην πρώτη επαφή μου με το κείμενο. Στην αρχή, πάντα, υπάρχει η τεράστια δυσκολία να σου μιλήσει αυτό που φτιάχνεις. Δίνεις τροφή στους ηθοποιούς και στους συντελεστές σου, ανταλλάσσεις ιδέες, κάτι σχηματίζεται και είναι η στιγμή να ακολουθήσεις όσα έχει να σου δώσει η κατασκευή. Αν είμαι τυχερός αυτό έρχεται σχετικά νωρίς, αν είμαι ακόμα πιο τυχερός έρχεται από την πρώτη μέρα – μας συνέβη στο «Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου». Πάντως, στο τέλος της παράστασης δεν αισθάνομαι πως τελειώνει η δουλειά μου – ανήκω στους παρανοϊκούς που κάνω παρατηρήσεις στην ομάδα ακόμα και στην τελευταία βραδιά.

Ποιες είναι οι δημιουργικές σου ιδιορρυθμίες;

Να λέω «θα δούμε» που μπορεί εύκολα να τρελάνει τους συνεργάτες μου. Επίσης, λέω εύκολα «δεν ξέρω» – αν όντως δεν ξέρω κάτι και αφήνω το χρόνο να δουλέψει για να το κατανοήσω.

Για τον τρόπο δουλειά του: “Λέω εύκολα «δεν ξέρω» – αν όντως δεν ξέρω κάτι και αφήνω το χρόνο να δουλέψει για να το κατανοήσω”.

Κάτι ακόμα που έχω διακρίνει στις παραστάσεις σου είναι τα αντανακλαστικά σου να εντοπίζεις ενδιαφέροντα νέα πρόσωπα.

Αυτό συμβαίνει επειδή μου αρέσουν οι ανθρώπινες ποιότητες. Κι επειδή κάθε ηθοποιός κουβαλάει μια δική του προσωπικότητα, πιστεύω ότι θα ανανεώσει αυτό που φτιάχνεται, μα και τον δικό μου τρόπο. Με αφορά πολύ ο χαρακτήρας του ηθοποιού, δεν πιστεύω στη μεταμόρφωση ή στην παραφιλολογία ότι ο ηθοποιός μπορεί να γίνει κάποιος άλλος. Με ενδιαφέρει, λοιπόν, να ανακαλύπτω βαθιά τους ηθοποιούς που συνεργαζόμαστε και να αναδεικνύω το καλύτερο που έχουν να προσφέρουν. Εννοείται πως δεν τα καταφέρνω πάντα· δεν κρύβω πως υπάρχουν φορές που έχω χτυπήσει το κεφάλι μου στον τοίχο.

Αντιμετωπίζω τον αποχαιρετισμό πολύ κυνικά, εξωτερικά, δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να αισθανθεί

Συγχωρείς εύκολα τον εαυτό σου;

Όχι, δεν είμαι πολύ αυστηρός. Πάντα μου δίνω το περιθώριο, μου επιτρέπω τη σκέψη ότι τόσο μπορούσα, τόσο έκανα. Και νομίζω πως αυτό προσπαθώ να εφαρμόζω και για τους άλλους.

Πώς τα πηγαίνεις με τους αποχαιρετισμούς;

Γενικά, λείπω από τους χωρισμούς, τους θανάτους, το τέλος μιας συνεργασίας που διήρκησε τρεις μήνες. Λείπω από αυτή τη μέρα. Αντιμετωπίζω τον αποχαιρετισμό πολύ κυνικά, εξωτερικά, δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να αισθανθεί. Το συναίσθημα έρχεται καιρό μετά, όταν πια αναμετρηθώ με την απώλεια. Ακόμα και τη μέρα που πέθανε ο πατέρας μου, πριν από κάποια χρόνια, ασχολήθηκα με διαδικαστικά θέματα, προχώρησα και μετά από καιρό βίωσα τι είχε μείνει πίσω. Μάλλον, γι’ αυτό με λένε κυνικό.

Είσαι, όντως, κυνικός;

Είμαι ευαίσθητα κυνικός ή κυνικά ευαίσθητος. Ή διοχετεύω όλη μου την ευαισθησία για να γεννηθούν όσα δημιουργώ στη δουλειά μου. Μπορεί μετά, η ευαισθησία να στερεύει.

Η μητέρα μου ζει με άνοια, πλέον δεν με αναγνωρίζει καν και, με έναν τρόπο, ζω την απώλεια της. Έρχομαι, συνεχώς, αντιμέτωπος με το τέλος των πραγμάτων

Εκτός από την απώλεια του πατέρα σου,  υπήρξαν κι άλλες στιγμές που έχασες κάτι και δεν το ξαναβρήκες;

Πιστεύω ότι οι άνθρωποι ζουν μέσα μας, ακόμα κι όταν πεθάνουν. Από εκεί και πέρα, ναι, έχω χάσει την αθωότητα μου. Πολύ συχνά επιστρέφω στην εποχή που ζούσα στη Θεσσαλονίκη, αρχές 90s, όπου μόλις είχα γραφτεί στο Τμήμα Θεάτρου του ΑΠΘ και είχα μια μούρλα ένα έλλειμμα φόβου. Πλέον, δεν έχω την ίδια ανοιχτωσιά κι αυτό μου στοιχίζει.

“Είμαι ευαίσθητα κυνικός ή κυνικά ευαίσθητος. Η΄ διοχετεύω όλη μου την ευαισθησία για να γεννηθούν όσα δημιουργώ στη δουλειά μου. Μπορεί μετά, η ευαισθησία να στερεύει”, παραδέχεται.

Ο θάνατος σε φοβίζει, έχοντας βιώσει τον πολύ ισχυρό αντίκτυπο του;

Πολύ. Και δυστυχώς, αυτός ο φόβος έχει επιστρέψει γιατί η μητέρα μου ζει με άνοια, πλέον δεν με αναγνωρίζει καν και, με έναν τρόπο, ζω την απώλεια της. Έρχομαι, συνεχώς, αντιμέτωπος με το τέλος των πραγμάτων – αλλά στην περίπτωση της μητέρας μου η ασθένεια με προετοιμάζει για το τι θα συμβεί. Αισθάνομαι πως, ήδη, την έχω χάσει. Δεν μπορώ να της μιλήσω, δεν μπορούμε να διαφωνήσουμε κι αυτό είναι ακόμα χειρότερο για μένα: να είναι εδώ και να μην είναι. Ο θάνατος δικών μου προσώπων με τρομάζει, αλλά νομίζω πως δεν φοβάμαι τη στιγμή του δικού μου θανάτου. Φοβάμαι, όμως, να κάνω πράγματα που θα με οδηγήσουν προς τα εκεί. Φυσικά κανείς δεν ξέρει. Προς το παρόν, ο θάνατος με τρομάζει φιλοσοφικά: πώς γίνεται να σταματήσεις να υπάρχεις; Κι αν έτσι εύκολα σταματάς να υπάρχεις, τι σημαίνει αυτό για την ύπαρξη σου;

Θεωρώ πως η απάντηση στα πράγματα είναι το μοίρασμα με τον άλλον

Πρόσφατα, διάβασα μια δήλωση του David Bowie που αναρωτιόταν πως σταματάς να υπάρχεις, όταν μεγαλώνοντας έχεις αρχίσει να καταλαβαίνεις τον εαυτό σου και τους άλλους.

Μάλλον, γι’ αυτό λέμε το «στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα». Βέβαια, για να καταλήξουμε να έχουμε τη γνώση της ζωής σημαίνει πως πρέπει να την έχουμε ζήσει κιόλας. Αλλά το γεγονός ότι τυχαία σταματάμε να ζούμε, λέει πολλά για την ίδια τη ζωή. Η ζωή είναι ένα «τσαφ» και σημασία έχει ο άλλος· το πως κυνηγάς με τους άλλους κάποιες στιγμές, ώστε να ολοκληρώσεις τον σκοπό του ανθρώπου.

Που βρίσκεις το νόημα της ζωής, λοιπόν;

Στον άλλο. Σίγουρα. Υπάρχουν πολύ απλά πράγματα στη ζωή που σε τροφοδοτούν για να συνεχίζεις. Ειδικά όταν τα μοιράζεσαι, η χαρά εκτοξεύεται. Θεωρώ πως η απάντηση στα πράγματα είναι το μοίρασμα με τον άλλον.

Μιλώντας για τη ζωή: “Η ζωή είναι ένα «τσαφ» και σημασία έχει ο άλλος· το πως κυνηγάς με τους άλλους κάποιες στιγμές, ώστε να ολοκληρώσεις τον σκοπό του ανθρώπου”.

Επενδύεις στους φίλους;

Έχω φίλους εντός κι εκτός δουλειάς, αλλά μάλλον έχω λιγότερους φίλους από όσους είχα παλιά. Με τον καιρό έχω απομακρυνθεί από τους ανθρώπους, παρότι τους αγαπώ και είναι δικοί μου. Είμαι καθημερινά σε μια αίθουσα πρόβας, σε μια αίθουσα διδασκαλίας, μέσα σε ένα εργαστήρι. Αναγκαστικά γνωρίζω κόσμο μόνο μέσα από τη δουλειά. Εκεί που καταλαβαίνω ότι έχω φίλους είναι όταν συμβαίνει κάτι και υπάρχει κόσμος που θέλει να βοηθήσει. Εκεί αναρωτιέμαι, «σοβαρά»;

Θα έλεγες ότι είσαι συντροφικός ή μοναχικός άνθρωπος;

Αν μου έκανες την ίδια ερώτηση πριν από 15 χρόνια θα σου έλεγα σίγουρα «συντροφικός». Σήμερα, δεν έχω απάντηση. Υπάρχουν στιγμές που θέλω να είμαι εντελώς μόνος και απολαμβάνω τη μοναχικότητα, αλλά υπάρχουν φορές που θέλω να περιστρέφομαι από ανθρώπους. Απολαμβάνω συχνά την παρέα του εαυτού μου, ειδικά όταν είμαι σε παραγωγική κατάσταση.

Τα καλλιτεχνικά μου όνειρα έχουν να κάνουν με μια στέγη, να έχω ένα δικό μου χώρο

Έχεις όνειρα ή σου έχουν τελειώσει;

Τα όνειρα μου, ως επί το πλείστον, έχουν να κάνουν με απλά πράγματα. Να έχω ένα δικό μου σπίτι και να μην με ταλαιπωρούν τα ενοίκια. Να μπορώ να συντηρώ τον εαυτό μου και τους γύρω μου· είναι όνειρα που έχουν να κάνουν με ένα στοιχειώδη τρόπο ζωής. Τα καλλιτεχνικά μου όνειρα έχουν πάλι να κάνουν με μια στέγη, να έχω ένα δικό μου χώρο, να μπορώ να κάνω ό,τι θέλω και να μην χρειάζεται να λογοδοτήσω κάπου. Θα ήθελα πάρα πολύ να το πετύχω – αν και δεν δρομολογώ τα πράγματα καθόλου προς τα εκεί – γιατί η «Ορχήστρα» έχει δημιουργήσει μια κοινότητα καλλιτεχνών, μαθητών, έναν πυρήνα ανθρώπων που του αξίζει ένα σπίτι.

Κρίνοντας από την «Ορχήστρα των Μικρών Πραγμάτων» πιστεύεις ότι οι μετακινήσεις έρχονται από τα ταπεινά πράγματα;

Ναι! Αυτό ξεκίνησε γιατί όντως με ενδιαφέρουν τα μικρά πράγματα. Σκέφτομαι ότι οι πολύ απλές χειρονομίες μπορεί να σημαίνουν τα πάντα: αρκεί το άγγιγμα ενός χεριού μέσα στη σιωπή για να μεγεθύνει το νόημα. Μπορεί ένα θέαμα να είναι λίγο μικρότερο ή λίγο μεγαλύτερο, αλλά εκεί που εστιάζω πραγματικά είναι στα μικρά πράγματα που ενώνουν τους ανθρώπους.

Τα μικρά σε τροφοδοτούν στη ζωή;

Πάρα πολύ. Ακούω ένα τραγούδι και είναι βάλσαμο, περνάω χρόνο με φίλους και είναι όμορφα. Αν κάποιος μου προτείνει σήμερα να τα παρατήσουμε όλα και να πάμε στο Βερολίνο για ένα μήνα θα του πω «κάτσε, περίμενε» – ενώ παλιότερα δεν θα με σταματούσε τίποτα. Τελευταία με συγκρατεί πολύ ο κόσμος μου.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ο Χρήστο Θεοδωρίδης σκηνοθετεί την “Ιεροτελεστία” του Γκιγιώ Πουά. Η παράσταση κάνει πρεμιέρα στη Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» του Εθνικού Θεάτρου στις 28 Ιανουαρίου.

Μετάφραση: Δήμητρα Κονδυλάκη
Δραματουργική επεξεργασία: Χρήστος Θεοδωρίδης  Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου
Σκηνοθεσία – Μουσική επιμέλεια: Χρήστος Θεοδωρίδης
Σκηνικά: Λουκάς Μπάκας – Φιλάνθη Μπουγάτσου
Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Χορογραφία: Ξένια Θεμελή
Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά
Βοηθός σκηνοθέτη: Ιάσονας Ασημακόπουλος

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Ελευθερία Αγγελίτσα, Χαράλαμπος Αθανασόπουλος, Ειρήνη Δάμπαση, Γιώργος Εξακοΐδης, Γιώργος Κισσανδράκης, Κωνσταντίνος Κρομμύδας, Θάνος Μαγκλάρας, Ιωάννα Μαυρέα, Χρήστος Τζον Μούσλλι, Μαρία Μπαγανά, Ανδρέας Νάτσιος, Ηλίας Σγουραλής, Θωμάς Τσακνάκης

Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη & Κυριακή στις 19.00 | Πέμπτη, Παρασκευή & Σάββατο στις 20.30
Τιμές εισιτηρίων:
Τετάρτη & Πέμπτη 17€, Παρασκευή 14€, Σάββατο & Κυριακή 22€, Φοιτητικό – Νεανικό (έως 28 ετών) 12€, 65+ ετών: Τετάρτη 12€ & Πέμπτη έως Κυριακή 14€, Άνεργοι, ΑμεΑ & συνοδοί 5€, Πολύτεκνοι 10€
Προπώληση εισιτηρίων: https://www.ticketservices.gr/event/n-t-ierotelestia/?lang=el

Περισσότερα από Πρόσωπα