Μία από τις πολλές ζεστές ημέρες αυτού του Νοεμβρίου, βρέθηκα στον Βοτανικό, σε ένα από τα αγαπημένα στέκια της πόλης μας, το Baumstrasse. Ανεβαίνοντας στον πρώτο όροφο, έσπρωξα την μεγάλη κίτρινη πόρτα, όχι για να παρακολουθήσω κάποια παράσταση, αλλά για να συναντήσω τη Μάρθα Φριντζήλα εκεί, στον χώρο της, ή μάλλον στο “σπίτι” της, όπως αποκαλεί το μέρος όπου τα τελευταία 15 χρόνια φιλοξενεί το όραμά της και τον θίασο “Ο Δρόμος με τα δέντρα”.
Η Μάρθα Φριντζήλα ανήκει σε εκείνους τους πραγματικά πολυπράγμονες ανθρώπους, που όσο και να θες, δεν μπορείς να χωρέσεις σε λίγες γραμμές όλα εκείνα, με τα οποία καταπιάνονται. Γεννημένη στην Ελευσίνα, σπούδασε μουσική και θέατρο, ενώ τις τελευταίες δεκαετίες εργάζεται ως ηθοποιός και σκηνοθέτις, διδάσκει τραγούδι και υποκριτική στην Ελλάδα και το εξωτερικό και φυσικά αποτελεί συν-ιδρύτρια του Baumstrasse και του Αττικού Σχολείου Αρχαίου Δράματος. Παράλληλα με το θέατρο – και ενίοτε το σινεμά – την γνωρίζουμε φυσικά και ως τραγουδίστρια. Με τη φωνή της μάς έχει ταξιδέψει στα πιο φωτεινά σύμπαντα, σε στίχους του Θανάση Παπακωνσταντίνου, του Ορέστη Ντάντου, του Βασίλη Μαντζούκη, αλλά και δικούς της.
Αφορμή της δικής μας συνάντησης υπήρξε η επιστροφή της στο Κύτταρο για μερικές άχαστες εμφανίσεις, από Δευτέρα 1η Δεκεμβρίου και κάθε Δευτέρα αυτού του μήνα, με τα αγαπημένα της Καλογεράκια και το Kubara Project. Όταν την συνάντησα φορούσε ήδη την πανέμορφη, χαρακτηριστική πλέον παλαιστινιακή κεφίγια της. Πριν ακόμα πατήσω record, είχαμε αρχίσει ήδη να μιλάμε για την κατάσταση στην Παλαιστίνη, με αφορμή ένα κρεμαστό, που φοράω, με την επιγραφή Palestine. Όπως θα μου έλεγε αργότερα η ίδια, οι αλληλέγγυοι είμαστε πολλοί. Μπορεί με διάφορους τρόπους και μηχανισμούς, να μην μας αφήνουν να “ακουγόμαστε”, αλλά σίγουρα κάνουμε αισθητή την παρουσία μας.
Η ίδια, ταξίδεψε πρώτη φορά στην Παλαιστίνη το 2009 και αυτό που είδε, της άλλαξε τη ζωή. Από τότε, ξέρει ότι δεν μπορεί να μένει σιωπηλή – έτσι κι αλλιώς, από μικρή, δεν μπορούσε να σωπάσει μπροστά στην αδικία. Ως τραγουδίστρια, ηθοποιός, σκηνοθέτιδα, συγγραφέας, ποιήτρια, δασκάλα, η Μαρία Φριντζήλα το αποδεικνύει στην πράξη, χρησιμοποιώντας τη φωνή της με κάθε τρόπο και μέσο. Όπως και στην συνέντευξη, που ακολουθεί παρακάτω.

Η Μάρθα Φριντζήλα πιστεύει ότι “η άγνοια και ο φόβος συνδέονται. Αυτός που δεν γνωρίζει φοβάται”
Το Baumstrasse γεννήθηκε πριν από 15 χρόνια, το 2010. Εμείς είχαμε έναν χώρο που τον λέγαμε “Ο Κρατήρας” και ήταν κάπως ο πρώτος χώρος στην Αθήνα, που συγκέντρωνε τέχνες και λειτουργούσε λιγάκι σαν συντεχνία. Είχαμε τους ακροβάτες της ομάδας Κι όμως κινείται, την ομάδα χορού Sin equa non, τον Άθω Δανέλη τον Καραγκιοζοπαίκτη, τον Αντρέα Σεγδίτσα που έκανε παραδοσιακούς χορούς και ήμουν κι εγώ με την ομάδα μου. Ο χώρος είχε σοβαρά στατικά θέματα, οπότε βρήκαμε το Baumstrasse, αυτόν εδώ τον χώρο, που ήταν ένα παλιό βυρσοδεψείο, εγκαταλελειμμένο από το 1980. Σιγά σιγά το φτιάξαμε, πήραμε και μία πολύ καλή χορηγία και κάπως έτσι, το 2010 ουσιαστικά ξεκίνησε να λειτουργεί – αλλά πια ως έδρα της ομάδας, γιατί δεν είχε τις προδιαγραφές για ακροβατικά και χορό. Οπότε μείναμε η θεατρική ομάδα και οι μουσικοί του “Κρατήρα”. Είναι ένας χώρος που λειτουργεί χωρίς διακοπή από την πρώτη μέρα που ξεκίνησε. Ακόμα και στη διάρκεια της καραντίνας, του COVID, κάναμε μαγνητοσκοπημένες παραστάσεις, ηχογραφήσεις, μαθήματα διαδικτυακά.
Επενδύει στην δημιουργία, επενδύει στους νέους καλλιτέχνες και φιλοξενεί πράγματα που θα ήθελα εγώ να δω. Δηλαδή, αν μου προτείνουν να κάνουμε κάτι που δεν με εμπνέει λέω “ξέρετε, δεν μπορούμε”. Άμα είναι κάτι που θα έβλεπα κι εγώ, κάπως θα τα καταφέρουμε να το φιλοξενήσουμε. Έχει σημασία, γιατί είναι ένας χώρος που δεν έχει μία συγκεκριμένη μουσική ή θεατρική ταυτότητα, αλλά με κάποιο τρόπο όσα πράγματα φιλοξενεί – από μαθήματα, ημερίδες, παρουσιάσεις μέχρι παραστάσεις – κάπως σαν να συγγενεύουν.
Ποια ανάγκη πιστεύετε ότι σας οδήγησε στη δημιουργία του “Κρατήρα” και μετά του Baumstrasse;Πάντοτε έμπαινα σαν άνθρωπος σε αυτό: στο να μαζευτούμε όλοι μαζί, να μοιραστούμε πράγματα.
Η ανάγκη να σταματήσει αυτή η περιπλάνηση. Εγώ σαν άνθρωπος είμαι αρκετά έτσι. Ξέρετε, οι καλλιτέχνες είμαστε συνέχεια στη γύρα, είμαστε συνέχεια στην αναζήτηση. Ψάχνουμε να βρούμε χώρο, να βρούμε συνεργάτες, να βρούμε το συγκεκριμένο ηχογράφημα. Και αν κάποιος σταματήσει και δημιουργήσει μια εστία, αμέσως θα μαζέψει γύρω του πολλούς ανθρώπους που βρίσκονταν κι αυτοί στην περιπλάνηση. Αυτό από παιδί το είχα σαν χαρακτηριστικό. Θυμάμαι ότι στις διακοπές στο χωριό, για παράδειγμα, θα έκανα κάποια παράσταση για να μαζέψω τα παιδιά του χωριού ή θα έκανα ένα πάρτι όπου θα μαζευόμασταν όλοι μαζί, ή μια συναυλία μ. Πάντοτε, δηλαδή, έμπαινα σαν άνθρωπος σε αυτό, στο να μαζευτούμε όλοι μαζί, να μοιραστούμε πράγματα.

Η Μάρθα Φριντζήλα παραδέχεται ότι είναι δύσκολο να μην μετατραπεί το Baumstrasse σε “μαγαζί”.
Ναι, πάνω από όλο αυτό. Το να σταματήσει αυτό το γύρω-γύρω συνέχεια.
Ναι, βέβαια, και αυτό είναι το πιο σημαντικό. Έχει φυσικά και μεγάλη δυσκολία – βιοποριστική κατά κύριο λόγο. Γιατί το να στηρίζεις έναν χώρο και να μπορείς να ανταπεξέλθεις στις απαιτήσεις του, είναι πάρα πολύ δύσκολο. Το να μην γίνει μαγαζί, επίσης, είναι δύσκολο – όπως και το να έχει μια καλλιτεχνική ταυτότητα που να αφορά το σήμερα.
Έχει εκπληρωθεί το όραμα που είχατε τότε, πριν από 15 χρόνια; Διακρίνετε ήδη κάποια παρακαταθήκη;Σε μεγάλο βαθμό, βέβαια. Έχουμε διοργανώσει εξαιρετικά πράγματα, έχουμε φιλοξενήσει σπουδαίους καλλιτέχνες και φυσικά έχουμε παραγάγει έργο πρωτογενές. Μουσικά, θεατρικά, αλλά και κινηματογραφικά έργα. Πια το μοιραζόμαστε με τους δικούς μας ανθρώπους, έρχονται όλοι οι φίλοι μας και δείχνουν εδώ τη δουλειά τους. Ή, ας πούμε, όποιος έρθει εδώ, θέλει να παρουσιάσει κάτι. Άρα, ναι, έχει εκπληρώσει σε ένα μεγάλο βαθμό τον σκοπό του.
Παράλληλα, τρέχει και το Αττικό Σχολείο Αρχαίου Δράματος. Το κράτος, η Πολιτεία, πόσο στηρίζουν τέτοιες πρωτοβουλίες;Δεν υπάρχει από το κράτος βοήθεια για έναν χώρο που πειραματίζεται, που προσφέρει, που είναι ανοιχτός. Λίγοι είναι στα όπα-όπα.
Το Αττικό Σχολείο Αρχαίου Δράματος, που είναι δράση της ομάδας μου, έχει μνημόνιο συνεργασίας με το Υπ. Πολιτισμού. Αυτό πάει πολύ καλά, πρόκειται πραγματικά για ένα έργο που έχει μία σταθερότητα. Στο Baumstrasse και στη θεατρική μας ομάδα, δεν έχουμε επιχορήγηση, όχι. Δηλαδή, ό,τι φτιάξουμε και ό,τι κερδίσουμε μόνοι μας, αυτό θα επενδύσουμε. Εγώ, για να καταλάβετε, πολύ συχνά χρησιμοποιώ τον ρόλο μου ως τραγουδίστρια για να μπορέσω να μαζέψω χρήματα, για να κάνω μία θεατρική παράσταση. Αλλά όχι, δεν υπάρχει από το κράτος βοήθεια για έναν χώρο που πειραματίζεται, που προσφέρει, που είναι ανοιχτός. Και δεν είναι μόνο το Baumstrasse σε αυτή τη μοίρα, πολύ λίγοι είναι αυτοί που είναι στα όπα-όπα. Από ό,τι διαβάζω και απ’ ό,τι καταλαβαίνω από συνεντεύξεις και αποκαλύψεις, αυτοί είναι “οι κολλητοί του κολλητού”… Εμείς θέλουμε να πηγαίνουμε με το πρωτόκολλο, έτσι είμαστε και σαν άνθρωποι. Θα μείνουμε με το πρωτόκολλο στο χέρι στο τέλος, αλλά δεν πειράζει, μια χαρά.

Για το φεστιβάλ “Γλυπία αγάπη μου”, που έστησε στον Πάρνωνα το καλοκαίρι, λέει: “Δεν μας χρειάζεται ακόμα ένα φεστιβάλ. Εμείς απλά θέλουμε να μην σβηστούν από τον χάρτη αυτά τα πανέμορφα μέρη”
Εγώ δεν έχω καταγωγή από εκεί. Ήθελα, όμως, ένα χωριό να απομονώνομαι, να δουλεύω, να κάνω τις ηχογραφήσεις μου, να φτιάχνω τα βιβλία μου, να γράφω, να ζωγραφίζω. Έτσι, πριν από αρκετά χρόνια, πήρα ένα σπιτάκι εκεί, σε ένα χωριουδάκι δέκα κατοίκων τον χειμώνα. Από την πρώτη μέρα, λοιπόν, που πήγαμε εκεί, σκεφτόμουν ότι κάτι πρέπει να κάνουμε για αυτούς τους 7-10 ανθρώπους που ζουν εκεί, αλλά και για τα γύρω χωριά. Το διπλανό χωριό έχει δύο παιδάκια, τα οποία ανεβοκατεβαίνουν 40 λεπτά στο Λεωνίδιο για να πάνε σχολείο. Το άλλο χωριουδάκι, το Πλατανάκι, δεν έχει κανέναν κάτοικο το χειμώνα. Είναι τρία πανέμορφα και ιστορικά χωριά που έχουν τη μοίρα, δυστυχώς, των αποκεντρωμένων περιοχών. Στην πορεία, λοιπόν, γνώρισα κάτι παιδιά που ζουν στη Σκάλα, τα οποία έχουν μια ομάδα που λέγεται “Ουτοπία”. Δουλέψαμε μαζί, αγαπηθήκαμε και λέμε “δεν πάμε να κάνουμε κάτι σε αυτόν τον τόπο;”. Ξεκινήσαμε στήνοντας μια παράσταση με μουσικούς που είναι από εκεί και τραγουδούσα ρεμπέτικα, λαϊκά, τέτοιο ρεπερτόριο.
Ποια ήταν η ανταπόκριση των κατοίκων στην πρώτη αυτή προσπάθεια;Εκεί, είδαμε πόσο πραγματικά μεγάλη είναι η ανάγκη τους για τέτοιες πρωτοβουλίες. Ήρθαν πεντακόσιοι, εξακόσιοι άνθρωποι, ξαφνικά γέμισε η πλατεία, έγινε χαμός. Και λέμε, ωραία, αυτό σημαίνει ότι αν κάνουμε κάτι πιο πυκνό και πιο δουλεμένο θα γίνει χαμός. Και έτσι έγινε. Οι πλατείες και τα τρία χωριά γέμισαν ανθρώπους, γέμισαν παιδιά. Κάναμε μαθήματα. Ήρθαν σε επαφή και οι μαθητές μας με τους κατοίκους, οι οποίοι τους έφερναν αγγουράκια, ντομάτες, τυριά. Έγινε μια πολύ όμορφη ζύμωση και θέλουμε έτσι να συνεχίσει αυτό. Γιατί, ξέρετε, δεν μας χρειάζεται ακόμα ένα φεστιβάλ. Έχει πάρα πολλά σε κάθε ραχούλα – και πολύ ωραία μάλιστα. Εμείς θέλουμε να μην σβηστούν από τον χάρτη αυτά τα πανέμορφα μέρη που αγαπάμε τόσο πολύ.
Την νέα γενιά πώς την βλέπετε; Τους μαθητές σας, τα παιδιά που ήρθαν στο φεστιβάλ και έχουν αγάπη για τον πολιτισμό.Βλέπω νέα παιδιά που είναι μαχητικά, ετοιμοπόλεμα, που δεν θα αφήσουν την προσβολή, το bullying, να περάσουν
Τα παιδιά που επιλέγουν να έρθουν σε ένα τέτοιο φεστιβάλ ή που επιλέγουν να κάνουν ένα μάθημα μαζί μου είναι ψιλιασμένα. Ξέρουν που έρχονται. Η αδερφή μου είναι καθηγήτρια σε Λύκειο – Γυμνάσιο. Αυτή ναι, έχει πραγματική επαφή με τα νέα παιδιά. Αυτό που βλέπω εγώ, από τον περίγυρό μου, από παιδιά φίλων που είναι στην εφηβεία, λίγο με στεναχωρεί. Βλέπω για παράδειγμα, ότι είναι συνέχεια στα κινητά τους. Αλλά δεν τα αδικώ. Γιατί είμαι και εγώ στο κινητό μου συνέχεια. Τις προάλλες, έλεγα στην κόρη της φίλη μου της Πέννυς, «Μαρία, δεν είναι δυνατό να είσαι στο κινητό συνέχεια» και μετά από λίγο έπιασα τον εαυτό μου να σκρολάρω. Και σκέφτηκα «τώρα είναι δυνατόν ένα παιδί που είναι στην εφηβεία να βρίσκει ενδιαφέρον σε αυτό που συμβαίνει γύρω του;». Αφού είναι μια απελπισία, δεν θέλεις να ξυπνάς το πρωί. Άρα; Δεν ξέρω ακριβώς τι να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση. Εύχομαι η νέα γενιά να μην απελπιστεί και να μην “κοιμηθεί” μέσα σε αυτή την γενική απραξία, τη σιωπή και τη ραστώνη που επικρατούν. Εύχομαι να είναι μαχητικά. Πάντως, τα παιδιά που βλέπω στις διαδηλώσεις και στις κινητοποιήσεις, είναι μαχητικά, είναι ετοιμοπόλεμα, είναι διεκδικητικά, δεν θα αφήσουν την προσβολή, το bullying, να περάσουν. Βλέπω ότι είναι πολύ πιο μαχητικά και μ’ αρέσει αυτό. Εγώ δεν ήμουν έτσι, όταν ήμουν μικρή. Προσπαθούσα, αλλά επειδή τρώγαμε ξύλο παλιά – και μεταφορικά και κυριολεκτικά – ήμασταν λίγο “εντάξει, έλα, μην μιλάς τώρα, άσ’ το”. Τα νέα παιδιά βλέπω ότι μιλάνε.

“Έχω υποστεί κι εγώ βασανιστήριο από τη σιωπή των γύρω μου, οπότε το πήρα αλλιώς από πολύ νωρίς. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην υπερασπιστώ τον αδικημένο”
Έτσι είναι ο χαρακτήρας μου, έτσι ήμουν πάντα. Κατάλαβα νωρίς, από πολύ μικρή, ότι αυτό που έχεις να πεις πρέπει να το πεις στην ώρα του. Θυμάμαι πάντα τη γιαγιά μου να μου λέει, “ασ’ τους μην ανακατεύεσαι”. Επειδή όμως έχω υποστεί κι εγώ βασανιστήριο από τη σιωπή των γύρω μου, το πήρα αλλιώς από πολύ νωρίς. Άμα βλέπω κάτι που με φρικάρει, ή άμα διακρίνω την αδικία, δεν υπάρχει περίπτωση να μην το πω, να μην υπερασπιστώ τον αδικημένο. Δηλαδή, από το σχολείο είμαι έτσι. Τα παιδιά που κορόιδευαν οι άλλοι, ήταν εμένα οι καλύτεροι μου φίλοι, γιατί δεν ήθελα να παίρνουν αέρα τα κωλόπαιδα. Και έτσι νιώθω ακόμα. Δεν θέλω τα κωλόπαιδα να παίρνουν αέρα. Δεν θέλω όλοι αυτοί που μας κυβερνούν να παίρνουν αέρα. Γιατί έχουν παραπάρει αέρα, μωρέ. Οπότε λες, ας είμαι εγώ από τη μεριά μου όπως θέλω να είμαι, να μην μετανιώνω που δεν μίλησα. Στο τέλος της ημέρας, δηλαδή, θέλω να μπορώ να λέω ότι οκέι, σήμερα δεν ήταν μια χαμένη μέρα. Υπερασπιστήκαμε κάτι, δουλέψαμε για κάτι.
Θα ήθελα να πω ότι η διευθύντρια – προς τιμήν της – με πήρε τηλέφωνο και μου ζήτησε συγγνώμη. Μου είπε ότι ήταν μια ατυχής πρωτοβουλία της υπεύθυνης για την ροή. Πραγματικά, ήταν μια πολύ ατυχής στιγμή, αλλά δείχνει κάτι.
Σίγουρα. Δεν νομίζω η εργαζόμενη να το σκέφτηκε μόνη της.Μάλλον όχι.
Πάντως, στην ίδια συνέντευξη, ήταν συγκλονιστικό το πώς φτάσατε, από το δικό σας τραύμα, να μιλάτε για το τραύμα των παιδιών στην Παλαιστίνη.Στο τέλος της ημέρας, θέλω να μπορώ να λέω ότι δεν ήταν μια χαμένη μέρα. Υπερασπιστήκαμε κάτι, δουλέψαμε για κάτι.
Ξέρετε γιατί; Γιατί δεν μπορώ να μην βλέπω εμένα στους άλλους. Το έχω ξαναπεί, ότι όταν βλέπω τους ανθρώπους αυτούς που γυρνάνε ή που φεύγουν από τα σπίτια τους, που είναι στα σύνορα ή που μπαίνουν σε μια βάρκα, όταν βλέπω μια γυναίκα να κρατάει τη γατούλα της, βλέπω εμένα. Όταν βλέπω μια γυναίκα με τα παιδάκια της, βλέπω την αδερφή μου. Δηλαδή, δεν βλέπω έναν άνθρωπο που δεν με αφορά. Και αυτό που με τρομάζει πιο πολύ από όλα είναι ότι ενώ ως άνθρωποι είμαστε προγραμματισμένοι να είμαστε συμπονετικοί και αλληλέγγυοι, έχουμε απομακρυνθεί από τη φύση μας, τόσο πολύ. Έχουμε κλειστεί και κοιτάμε τα πράγματα μέσα από ένα πρίσμα προσωρινό. Λέμε απλά να βγει αυτή η μέρα. Όμως, δεν είναι εκεί το θέμα μας. Ήδη η καταστροφή του πολιτισμού μας βαδίζει παράλληλα με την καταστροφή του πλανήτη μας. Οπότε δεν γίνεται να σιωπούμε πια. Βλέπω πώς μιλούν για την Γκρέτα Τούμπεργκ, τι χολή χύνουν κάποιοι άνθρωποι για αυτό το κορίτσι, το οποίο από παιδάκι μιλά για τα αυτονόητα και σκέφτομαι “τι γυναίκα είναι αυτή”, δεν υπολογίζει τίποτα. Ή η Αχέντ Ταμίμι, που παλεύει από μικρό κοριτσάκι, ή η Ρέιτσελ Κόρι που πλήρωσε με τη ζωή της την υπεράσπιση των σπιτιών των Παλαιστινίων. Εν τω μεταξύ, κοίτα… Μίλησα για τρεις γυναίκες. Δεν είναι τυχαίο. Δεν είναι τυχαίο πράγμα που η υπεράσπιση της ζωής γίνεται από τις γυναίκες. Γιατί είναι και μια ανδρική υπόθεση η επέκταση, ο πόλεμος. Θυμάμαι μικρή πόσο υπέφερα όταν είχε πολεμική ταινία, όταν είχε western, και τους έβλεπα όλους να πυροβολούν.

Για τη Μάρθα Φριντζήλα, η καταστροφή του πολιτισμού μας βαδίζει παράλληλα με την καταστροφή του πλανήτη. “Οπότε δεν γίνεται να σιωπούμε πια”
Ναι, το ζούμε, κανονικότατα.
Γιατί, λοιπόν, κάποιοι επιλέγουν τη σιωπή μπροστά σε όλα αυτά;Είναι θέμα άγνοιας και φόβου, τα οποία συνδέονται. Αυτός που δεν γνωρίζει φοβάται.
Υπάρχει αντίδοτο σε αυτό;Όταν μιλάς υπέρ της Παλαιστίνης ή κατά του Ισραήλ, γίνεται “σφαγή”. Τα trolls μαζεύονται παντού.
Νομίζω πως είναι ίδιο το αντίδοτο και για τον φόβο και για την άγνοια. Είναι η ενημέρωση, η συνάντηση με τους άλλους ανθρώπους, η συσπείρωση και η διεκδίκηση. Το “μαζί” που λέγαμε και πριν. Δεν μπορεί να είσαι μόνος σου στον υπολογιστή σου ή στο κινητό σου και να σχολιάζεις την Γκρέτα Τούμπερκ, να μιλάς, να βρίζεις, γυναίκες, όπως η Ματούλα Ζαμάνη ή η Έλενα Τοπαλίδου ή όποιο κορίτσι βγαίνει και δεν τους αρέσει η φάτσα της. Αυτή η δειλία είναι που οδηγεί στην άγνοια, αυτό οδηγεί στο φόβο. Γιατί είναι πολλοί αυτοί, δεν είναι λίγοι. Όπως λίγοι δεν είναι και αυτοί που μιλούν – απλά δεν ακούγονται. Εγώ παρατηρώ και τον αλγόριθμο. Είναι τρομερό, δηλαδή. Εκεί που μπορεί να ανέβαζα κάτι και να είχα 50 views, για παράδειγμα, ξαφνικά δεν έχει καθόλου views. Και λέω, είδες, τι παίζει εδώ; Έλεγχος, απόλυτος έλεγχος. Ειδικά όταν μιλάς υπέρ της Παλαιστίνης ή κατά του Ισραήλ, είναι που γίνεται “σφαγή”. Τα trolls μαζεύονται παντού – από ό,τι ακούω βέβαια είναι πληρωμένοι.
Υπάρχει μια συντονισμένη επίθεση, δηλαδή.Φυσικά. Εμένα αν δείτε τι μου γράφουν, δεν θα το πιστέψετε. Δεν μπορείτε να φανταστείτε. Απειλές, βρισιές, πολύ αστεία πράγματα.
Τα βρίσκετε αστεία;Ναι, είναι αστεία, είναι γελοία. Είναι γελοία, γιατί είναι γελοίο να ζεις τη ζωή σου έτσι. Είναι κρίμα, είναι “χαράμ”, που λένε και στα αραβικά.

“Είδα τι σημαίνει η συστηματική προσπάθεια να κάνεις τον βίο αβίωτο σε απλούς ανθρώπους, ώστε να τους αναγκάσεις να φύγουν”
Αυτό το ταξίδι άλλαξε τη ζωή μου για πάντα. Έπαθα σοκ. Γιατί είδα τι σημαίνει η συστηματική προσπάθεια να κάνεις τον βίο αβίωτο σε απλούς ανθρώπους, ώστε να τους αναγκάσεις να φύγουν. Τι σημαίνει να σου έχουν τηγανίσει το κεφάλι από την προπαγάνδα. Ακόμα και φίλοι μου Ισραηλινοί είναι τόσο λοβοτομημένοι, τόσο πλυμμένο το κεφάλι τους με αυτή την ιδέα ότι “εκεί είναι μια δημοκρατία, οι Άραβες είναι όλοι απολίτιστοι, βάρβαροι, ενώ εμείς εδώ κοίτα τι ωραία που είμαστε και έχουμε και τα gay pride μας”. Όλο αυτό το pink washing. Αυτό το είδα με τα μάτια μου, όπως είδα με τα μάτια μου τον ευγενέστερο λαό, τους Παλαιστίνιους. Τον πιο φιλόξενο λαό, με μια κουλτούρα πάρα πολύ κοντά και στη δική μας παράδοση και στα δικά μας ακούσματα, γνωρίσματα και γεύσεις. Όσοι άνθρωποι γνώρισα στη Δυτική Όχθη, στην Ιερουσαλήμ και μας φιλοξένησαν, μας άνοιξαν το σπίτι τους, μας πρόσφεραν το φαγητό τους, μας μίλησαν για τα βάσανά τους, μας ζήτησαν να μην σιωπήσουμε. Όλοι μας είπαν “μιλήστε για ‘μας”, γιατί τα εγκλήματα του Ισραήλ δεν ακούγονται στο δυτικό κόσμο”. Τώρα, τα τελευταία δύο χρόνια ξυπνήσαμε κάπως και πρώτη φορά εγώ αισθάνομαι ότι παίρνει τόσο μεγάλη διάσταση το πράγμα. Τώρα, αρχίζει ο κόσμος και να καταλαβαίνει ποιο είναι το αφήγημα του Ισραήλ, τι ακριβώς είναι οι έποικοι, τι είναι το σιωνιστικό όνειρο, αλλά και τι ήταν η Παλαιστίνη, τι έγινε η Παλαιστίνη και τι συνεχίζει να συμβαίνει εκεί, όλα τα φοβερά εγκλήματα.
Τι πιστεύετε άλλαξε, και τώρα τα βλέπουμε;Πέρασα μια περιπέτεια με την υγεία μου και η γιατρός μου έλεγε “μην βλέπεις όλη μέρα αυτά τα βίντεο, δεν θα τα βγάλεις πέρα”. Αλλά δεν γινόταν αλλιώς.
Τα είδαμε, γιατί οι Παλαιστίνιοι, οι ίδιοι οι δολοφονημένοι, έβγαλαν τα κινητά τους και άρχισαν να καταγράφουν όλη αυτή τη φρίκη. Δεν έχει ξαναγίνει αυτό ιστορικά. Θυμάμαι από την πρώτη μέρα τα βίντεο αυτά. Οι άνθρωποι αυτοί μέσα στον πόνο και τη δυστυχία τους, μέσα στη μυρωδιά του αίματος, με τους αγαπημένους τους στα σεντόνια, πήραν όλοι τα τηλέφωνά τους και άρχισαν να μαρτυρούν τι συμβαίνει. Αυτό ήταν ένα μεγάλο σοκ για όλους μας. Δεν το άντεχα. Αφού πέρασα μια περιπέτεια με την υγεία μου και μου έλεγε η γιατρός μου “μην βλέπεις όλη μέρα αυτά τα βίντεο, δεν θα τα βγάλεις πέρα”. Αλλά δεν γινόταν αλλιώς, ξάπλωνα να κοιμηθώ το βράδυ και το μυαλό μου δεν μπορούσε να ηρεμήσει στη σκέψη τόσων παιδιών, γυναικών, ανδρών, γέρων, τόσων ζώων, δέντρων και φυτών να χάνονται. Και είναι δίπλα μας. Γι’ αυτό λέω ότι εγώ βλέπω εμένα σε αυτά. Βλέπω το σπίτι μου, τη γη μου, τα λουλούδια μου, τη μάνα και τον πατέρα μου, τα αδέρφια μου. Αυτοί οι άνθρωποι είναι δικοί μας άνθρωποι, είναι αδέρφια μας. Και βλέπεις τα αδέρφια μας να υποφέρουν έτσι και από την άλλη, τα άλλα αδέρφια να έχουν χάσει τελείως μ την ανθρωπιά τους, να έχουν γίνει ρομπότ – κυνικές δολοφονικές μηχανές.
Κι όμως, υπάρχουν κάποιοι που πιστεύουν ότι τώρα με την “εκεχειρία”, είναι όλα μια χαρά.Τι συζητάμε τώρα; Εδώ, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο μιλά για γενοκτονία και ο πρωθυπουργός μας λέει “δεν μπορώ να το πω αυτό, είναι βαρύ”. Ναι είναι βαρύ, Κυριάκο. Το ξέρουμε ότι είναι βαρύ. Το ξέρουμε ότι δεν μπορείς να το σηκώσεις. Το σηκώνει, όμως, ένας ολόκληρος λαός. Τι να κάνουμε, έτσι είναι. Θα το δει στην Ιστορία, θα το δει μπροστά του. Κι ας λέει ότι δεν ήξερε, έχουν καταγραφεί όλα.

Η Μάρθα Φριντζήλα πιστεύει ότι όλοι έχουμε ευθύνη να μιλάμε για όλα όσα συμβαίνουν στον κόσμο μας, “Ο καλλιτέχνης με τον τρόπο του, ο συγγραφέας και ο πολιτικός με τον δικό τους”
Όλοι έχουμε ευθύνη να μιλούμε. Ο καλλιτέχνης με τον τρόπο του, ο συγγραφέας με τον δικό του, ο πολιτικός με τον δικό του. Ο καθένας μας έχει υποχρέωση να μιλά. Με το έργο του; Με τον τρόπο του; Με το βήμα που του δίνεται; Με όποιον τρόπο μπορεί.
Να πάμε, λοιπόν, και στο δικό σας έργο, στον νέο σας δίσκο, που θα είναι σε δική σας ποίηση.Τον δουλεύουμε πολύ καιρό και θα τον δουλέψουμε ακόμα. Εγώ, από μικρό κοριτσάκι, γράφω πολύ. Όταν με ρωτούσαν τι θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω, έλεγα ζωγράφος-ποιήτρια. Και τα δύο, σε ένα βαθμό, τα εξασκώ. Γράφω κάθε μέρα, γράφω πολύ. Έχω άπειρο υλικό. Μαζί με τον Μιχάλη Καλογεράκη μαζέψαμε κάποιους στίχους, που τον ενέπνευσαν κι αυτόν να γράψει. Βγήκε ένας όγκος είκοσι τραγουδιών, από τον οποίο θα διαλέξουμε τα δέκα – δώδεκα που θα μπουν στον δίσκο. Πολλά από αυτά είναι ημερολογιακά. Και άλλα είναι σαν ασκήσεις… Σαν μια προσπάθεια να γράψω, αλά παλαιά. Ας πούμε το ομότιτλο τραγούδι “Οι Ακάλεστοι”, το φανταζόμουν σαν ένα παλιό τραγούδι, όπως είναι τα γαλλικά σανσόν που έγραφε ο Αζναβούρ, ή ας πούμε ο Αττίκ. Σκεφτόμουν ότι είναι ένα τέτοιο τραγούδι και προσπαθούσα να γράψω σε αυτό το ύφος. Αυτό το κατάλαβε και ο Μιχάλης, και το ‘φτιαξε λίγο ρετρό. Μετά, έχει μέσα τραγούδια ημερολογιακά, όπως σας είπα, όπως ένα πρώτο τραγούδι, μετά από το ταξίδι μου στην Παλαιστίνη, όπου γράφω για το πώς ένιωσα τα πράγματα εκεί. Είναι κάποια τραγούδια που καλωσορίζω ανήψια μου, στον κόσμο, όταν γεννήθηκαν. Κάποια τραγούδια που μιλώ για μένα, για τη σχέση με τους φίλους μου, με τον εαυτό μου παιδί. Αυτός ο δίσκος, θέλω να έχει και τα τραγούδια αυτά που τα δουλεύουμε πάρα πολύ ωραία με την ομάδα, με την καθοδήγηση του Βασίλη Μαντζούκη, αλλά και κείμενα, ποιηματάκια, πρόζες, και διαλογικά μέρη. Σαν μικρό θεατρικό θα είναι.
Έχουμε πολύ καιρό να δούμε δική σας, προσωπική δισκογραφική δουλειά. Πώς σας ήρθε τώρα η επιθυμία να βγάλετε αυτόν τον πολύ προσωπικό μάλιστα, δίσκο;Κάθε χρόνο το σκέφτομαι. Έχω πάρα πολλά πράγματα στα σκαριά και κάθε χρόνο λέω να τα δουλέψουμε, αλλά ένας δίσκος απαιτεί συγκέντρωση και πολύ χρόνο. Και μαζί με τον χρόνο και πολύ χρήμα. Οπότε, τώρα που λίγο τα πράγματα μετά την καραντίνα χαλάρωσαν, είπα, πάμε να το κάνουμε. Είναι και άλλοι δύο δίσκοι. Θέλω να κάνω με τον Βασίλη Μαντζούκη το Baumstrasse 2, γιατί μετά από τόσα χρόνια έχουμε μαζέψει πάρα πολύ υλικό. Και θέλω να κάνω και ακόμη έναν δίσκο που ονειρεύομαι και θα λέγεται 1997, με τραγούδια λαϊκά, ρεμπέτικα και παραδοσιακά που θα γράψουμε όλοι μαζί, live.

Η Μάρθα Φριντζήλα νιώθει τυχερή. Για την ομάδα της, για τους συνεργάτες της, για το γεγονός ότι στο φιλόξενο Κύτταρο έχει βρει μια ακόμη οικογένεια.
Γιατί το 1997, δουλεύαμε σε ρεμπετάδικα και ήταν ονειρεμένα χρόνια, γιατί κάναμε συνέχεια πρόβες για να βγάζουμε ρεπερτόριο, που σημαίνει ότι μαζευόμασταν συνέχεια στο σπίτι, στα Εξάρχεια που έμενα τότε, μαγειρεύαμε, πίναμε τα κρασιά μας, τραγούδουσαμε και κάθε βράδυ ήταν ένα γλέντι. Οπότε, θυμάμαι με τρυφερότητα αυτά τα χρόνια. Δεν τα νοσταλγώ. Μ’ αρέσει που περάσανε και που τώρα είμαστε σε άλλη φάση, αλλά ναι, τα θυμάμαι πολύ γλυκά και τους οφείλω έναν δίσκο.
Έχετε και το Kubara Project, το οποίο έχει μεγαλώσει πολύ.Ναι, έχει αλλάξει, αλλάζει συνέχεια. Από τους παλιούς είναι ο Μαντζούκης, ο Μαράτος και ο Νίκολόπουλος. Ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος, που όταν είχε έρθει πρώτη φορά μαζί μας ήταν πιτσιρίκι, μετά χαθήκαμε και ξαναβρεθήκαμε. Τώρα έχουμε τον Νίκο Παπαϊωάννου και έχουν έρθει και τα βαφτιστήρια μου, τα Καλογεράκια μου, που τα λέω παιδιά μου – συχνά λέω ότι μια καλή γυναίκα στην Κρήτη γέννησε δύο παιδιά για μένα (γελάει). Αυτά τα παιδιά, τα αγαπώ βαθιά, τα αγαπώ πολύ. Μου φτιάχνουν τη μέρα. Είναι υπέροχα πλάσματα και πολύ καλοί άνθρωποι. Έχουν αγάπη για τον άνθρωπο, για την ποίηση, για τα ζώα. Και φυσικά πολύ χιούμορ και τρέλα. Έχουμε καταφέρει πάνω στη σκηνή να φτιάχνουμε μαζί… πολύ φυσικά κάτι. Δηλαδή, όσο και να έχουμε προετοιμαστεί, πάνω στη σκηνή είμαστε του αυτοσχεδιασμού και είναι και τα παιδιά αυτά έτσι. Κι ας είναι νέα παιδιά, πατούν γερά στη σκηνή. Δεν διεκδικούν τον χώρο τους. Τον έχουν κατακτήσει. Όπως και όλοι οι μουσικοί που έχω. Είμαι πολύ τυχερή. Και νιώθω ακόμα πιο τυχερή, γιατί με αυτούς τους μουσικούς βρήκαμε το σπίτι μας στο Κύτταρο. Αυτή είναι τώρα η τρίτη χρονιά μας, φέτος, που πραγματικά, αισθάνομαι σαν να μας περιμένουν οι άνθρωποι. Έχουμε φτιάξει και εκεί μια ωραία οικογένεια.
Τι θα δούμε φέτος στο Κύτταρο; Γιατί θα είναι Reloaded;Λοιπόν, με μεγάλη δυσκολία αφαιρέσαμε τον μεγαλύτερο όγκο από τα περσινά τραγούδια και βάλαμε καινούρια. Έχουμε, βέβαια, κάποια τα οποία πρέπει να ακουστούν οπωσδήποτε. Εγώ, ξέρετε, δεν θέλω να κάνω αφιέρωμα στον εαυτό μου. Δεν λέω μόνο δικά μου τραγούδια, γιατί άμα ακούσω κάτι και θέλω να το πω θα βρω τρόπο να το χωρέσω στο πρόγραμμα. Δηλαδή, και πάλι θα έχει ελληνικά και ξένα, θα έχει παλιά και καινούρια, κυκλοφορημένα επανεκτελέσεις. Θα έχει και πειραγμένα, φέτος θα έχει και ποτπουρί. Η γκάμα, στην οποία κινούμαστε, όπως κάθε χρόνο, είναι από ένα κομμάτι αγνώστου πατρός και μητρός, μέχρι Λένα Πλάτωνος, Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, Μαντζούκης, Απέργης, και ένα παραδοσιακό, ένα ισπανικό, ένα γαλλικό. Συνειρμικό πρόγραμμα πάλι. Αυτό που κάνω εγώ όλα τα χρόνια, δηλαδή, που δεν μπορώ να ησυχάσω.
Πώς νιώθετε που σε λίγες μέρες ανεβαίνετε επιτέλους στη σκηνή;Είμαι από τους τυχερούς ανθρώπους που αυτό που αγαπώ πολύ το έκανα επάγγελμα
Τέλεια, αισθάνομαι. Ανυπομονώ. Ανυπομονώ τόσο πολύ. Μ’ αρέσει πολύ η σκηνή και μ’ αρέσει πάρα πολύ η σκηνή του Κυττάρου. Μ’ αρέσει να είμαι με τους φίλους μου και να παίζουμε. Όσο κουρασμένη και να είμαι, όπως και να έχει πάει η μέρα μου ή η εβδομάδα μου, όταν ξεκινάει η παράσταση, όλα έρχονται στη θέση τους. Είμαι από τους τυχερούς ανθρώπους που αυτό που αγαπώ πολύ το έκανα επάγγελμα και ζω απ’ αυτό.
Δύο πράγματα, αυτή την περίοδο. Ο πύλος το πρώτο. Με τρώνε τα χέρια μου, δεν μπορώ να κάτσω στιγμή, θέλω να φτιάχνω συνέχεια πράγματα με πυλό. Και το βιετναμέζικο φαγητό!
Η Μάρθα Φριντζήλα ανεβαίνει στη σκηνή του Κυττάρου (Ηπείρου 48 και Αχαρνών) με το Kubara Project και τα Καλογεράκια, από Δευτέρα 1η Δεκεμβρίου και κάθε Δευτέρα του Δεκεμβρίου.
Συμμετέχουν:Αντώνης Μαράτος — κοντραμπάσο Βασίλης Μαντζούκης — τύμπανα Κώστας Νικολόπουλος — κιθάρα Βασίλης Παναγιωτόπουλος — τρομπόνι, πλήκτρα, τραγούδι Νίκος Παπαϊωάννου — τσέλο, σάζι, μπάντζο Μιχάλης Καλογεράκης — τραγούδι, χορευτικά Παντελής Καλογεράκης — τραγούδι, χορευτικά
Προπώληση
Ηλεκτρονικά: more.com
Κρατήσεις: 2108224134, 6977641373 (υποχρεωτική προαγορά εισιτηρίου)
Τιμή εισιτηρίου:13€ προπώληση, 15€ ταμείο (Ορθίων)