MENU
Κερδίστε Προσκλήσεις
ΚΥΡΙΑΚΗ
27
ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ
  • ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ
    Είδαμε τους Jethro Tull στο Θέατρο Βράχων Βύρωνα
    Εντυπώσεις από το live των Jethro Tull, στο πλαίσιο της περιοδείας τους «The Prog Years Tour 2022» στο Θέατρο Βράχων «Μελίνα Μερκούρη» την Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου.
    Παναγιώτης Παπαϊωάννου | 27.09.2022 Φωτογραφίες για το Singloud TV: Τηλέμαχος Κουκλάκης

    Τα κατά Ian Anderson τεκμήρια αξιοσύνης : “No way to slow down”

    Ο Ian Anderson έχει τιμήσει τη ζωντανή σκηνή της χώρα μας επανειλημμένα. Την τελευταία, στο Ηρώδειο, όταν έπαιξε συμφωνικές εκτελέσεις ορισμένων από τα κλασσικά κομμάτια των Jethro Tull, είχαν σκάσει μύτη ανάμεσα στο κοινό μέχρι και… πρωθυπουργοί (όχι ασφαλώς επειδή «είχαν αφίσσα του “Aqualung” πάνω από το κρεβάτι τους όταν ήταν μικροί», για να παραφράσουμε το παραδοσιακό ποδοσφαιρικό ρητό, αλλά επειδή ο επιβλητικός χώρος του Ηρωδείου φέρει έναν τον ειδικό τουρισμό, αυτό των διασημοτήτων, όποιος κι αν εμφανίζεται εκεί.

    Αυτή τη φορά -μην ξεχνάμε βρισκόμαστε ακόμη στη διαδικασία ανοίγματος των μουσικών εκδηλώσεων, μετά από δύο χρόνια παγκόσμιας δυσκολίας, εξαιτίας του covid- o χώρος δεν θα μπορούσε να είναι πιο ροκ. Το πάντα εντυπωσιακό φυσικό backdrop από τα βράχια του «Μελίνα Μερκούρη» στον Βύρωνα έχουν φιλοξενήσει αξέχαστες βραδιές και αυτή τη φορά λες και ο χώρος επελέγη για να τονιστεί ότι η συναυλία αφορά ένα κοινό μυημένων.

    Το θέμα της φετινής περιοδείας των Jethro Tull –η οποία μετρά ήδη 47 εμφανίσεις από τον περασμένο Φεβρουάριο σε Βρετανία, Γερμανία, Ιταλία, Σλοβενία, Τσεχία, Τουρκία, Ισπανία, Πολωνία, Σουηδία, Φινλανδία, Ισραήλ κακι Πορτογαλία- είναι “The Prog Years”. Δίνεται δηλαδή έμφαση στα πρώτα τους χρόνια, όταν συνυπάρχοντας με Genesis, ELP, Yes, King Krimson και Pink Floyd φανέρωσαν στη Βρετανία και σύντομα σε ολόκληρο τον μουσικό κόσμο, το πώς είναι να δημιουργείς μουσική που υπερβαίνει τις τυποποιήσεις, βασισμένη σ’ έναν χωρίς προηγούμενο συγκερασμό επιρροών από μουσικά τοπία που κανείς μέχρι τότε δεν είχε τολμήσει να συνθέσει.

    Οι Tull και ο αρχηγός τους, ο 75 Αυγούστων Ian Anderson, ο άνθρωπος ο οποίος ως ηγέτης και frontman έβαλε το φλάουτο στο ροκ, μ’ ένα ρηξικέλευθο, αμίμητο τρόπο που συναγωνιζόταν στα ίσα την ηλεκτρική κιθάρα στην εποχή της αποθέωσής της (δεκαετία του ’70), αποτελούν και σήμερα μια μουσική οντότητα σφριγηλή και παραγωγική.

    @ Τηλέμαχος Κουκλάκης

    Στην τελευταία τους σύνθεση από το 2017 και μετά (o 68χρονος David Goodier μπάσο, o 60χρονος Ουαλλός John O‘ Hara σε ενορχήστρωση, πιάνο, πλήκτρα και ακκορντεόν και ο 49χρονος Scott Hammond τύμπανα και κρουστά, όλοι με εκθαμβωτικά βιογραφικά, σπουδαγμένοι μουσικοί), η τελευταία λαμπρή προσθήκη είναι ένας 32χρονος από το Bedfordshire στην κιθάρα. Ο Joe Parrish, φαν των Iron Maiden, απόφοιτος του London College Of Music με εξειδίκευση στην ηλεκτρική ενοχρήστρωση έργων των Shostakovich και Stravinsky είναι ένας πολυπράγμων μουσικός, ιδανικός θά’ λεγε κανείς στο να εισφέρει την απαραίτητη αιχμή στο παίξιμο του απαιτητικού σε ύφος υλικού των πρώϊμων Tull.

    H σύνθεση αυτή μάλιστα (μείον τον νεαρό Parrish) είναι που μας έδωσε σαφή δείγματα μουσικής ευφυίας όταν, δίπλα στον Ian Anderson συνέπραξαν σε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα άλμπουμ της χρονιάς, το “The Zealot Gene”, το 22ο στουντιακό άλμπουμ των Jethro Tull, το οποίο μπήκε στο βρετανικό τοπ-10 (επίτευγμα που το συγκρότημα είχε να γνωρίσει από εκείνες τις πρώϊμες δόξες, το 1972 [ναι, πριν πέντε δεκαετίες !]).

    Την Παρασκευή το βράδυ στο Θέατρων Βράχων

    Τo κοινό των πάνω από 1.000 θεατών ήταν από εκείνα με τον πιο μεγάλο μέσο όρο ηλικίας, συνειδητοποιημένο ότι προσέρχεται σε μια μουσική παράσταση, στην οποία η συμμετοχή προϋποθέτει κάποιον βαθμό συνειδητότητας και προσήλωση σε αυτό που πρόκειται να παρακολουθήσουν. Σε αυτό προιδεάζει και η προαναγγελία των δελτίων τύπου ότι η συναυλία θα είναι χωρισμένη σε δύο μέρη, το πρώτο με τα επιλεγμένα “progressive” κομμάτια του απώτερου παρελθόντος, το δεύτερο με κάποια από τα κλασσικά που όλοι αναμένουν (δε θα έλειπαν και ορισμένα καινούρια, από τον τόσο επιτυχημένο καινούριο δίσκο).

    Το βίντεο wall ξεκίνησε λίγο μετά τις 21:00 με ένα καλοφτιαγμένο εισαγωγικό σημείωμα για το τί εστί “progressive rock”, το ποιο ήταν οι κυριώτεροι εκφραστές του όταν εμφανίστηκε και βαφτίστηκε έτσι, τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’70, για να περάσει σε εικόνες από την εποχή εκείνη των Tull και εμφανιστεί, ο μέγας Ian Anderson με το φλάουτο στο χέρι, το άγρυπνο βλέμμα και το ίδι εκείνο βάδισμα του αυλητή – γερανού που τον έχει αναγάγει σε ροκ εικόνισμα μέσα στα χρόνια.

    Σε συναυλίες όπως αυτή, όταν στο επίκεντρο βρίσκεται μια τέτοια προσωπικότητα, είναι εξ ορισμού δύσκολο να αποσπαστεί η προσοχή σου από το κέντρο της σκηνής. Ο Anderson φρόντισε δεόντως γι’ αυτό. Με τις ένρινες μικρές του εισαγωγές, την άφοβη συμφιλίωση με την ηλικία του στην κίνηση, τη μεταμόρφωσή του κάθε φορά που πλησίαζε το φλάουτο στο στόμα, τα μαέστρου νεύματα προς τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας, πήρε τον θεατή από το χέρι και τον οδήγησε.

    @ Τηλέμαχος Κουκλάκης

    Το “Living In The Past” ακούστηκε ανανεωμένο, το “Dharma for One” θύμισε ότι ήταν από τους πρώτους που περπάτησαν και στα ψυχεδελικά μονοπάτια, το “Black Sunday”, από το άδικα υποτιμημένο «Α» του 1980 υπήρξε ένα λαχταριστό κέρασμα για τους connoisseurs, ενώ το 40 ετών “Clasp” προσέφερε μια ατμοσφαιρική βόλτα στα πρώτα χρόνια του ’80, όταν με το “Broadsword And The Beast” είχαν υπανιχθεί ότι μπορούσαν, ακόμη – ακόμη και να κερδίσουν μια μικτή των Roxy Music και Kraftwerk στο γήπεδό τους.

    Από το καινούριο υλικό ξεχωρίζει το “Mine Is The Mountain” («για εκείνους που θεωρούν ότι οι θρησκείες και οι θεοί τους ανήκουν… για όσους προσεύχονται με θέρμη όταν θέλουν να κατακτήσουν κάτι, όπως ένα καινούριο i-phone για παράδειγμα»), τραγούδι από το “The Zealot Gene” με εντυπωσιακό κλιπ, το οποίο αποδεικνύει ότι ο Anderson έχει πιάσει και το σφυγμό της τωρινής εποχής, των κοινωνικών δικτύων και των αυτοματοποιημένων αβαθών αντιδράσεων σε οποιοδήποτε θέμα, ρηχό ή βαθύ. Με το κλασσικό showcase φλάουτο του “Bourrée” κλείνει το πρώτο μέρος, μέσα σε χειροκρότημα ενθουσιώ. Ναι, αυτοί πάλι τόλμησαν το 1969 να διασκευάσουν Bach στο δεύτeρο μόλις δίσκο τους, “Stand Up”.

    Το δεύτερο μέρος ανοίγουν οι νότες του αιώνιου “Too Old to Rock ‘n’ Roll, Too Young to Die”. Στη θέα του Anderson που νοηματοδοτεί κάθε φθόγγο, μη φοβούμενος να αφεθεί και Μην ξεχνώντας να υπογραμμίσει με τη σοφία των χρόνων την αυτοβιογραφική saga που είχε συνθέσει ήδη από τα 29 του, για τον γέρο-rocker που στέκει αγέρωχος, “unfashionable to the end”, είναι πρακτικά δύνατο να μη συγκινηθείς. Γιατί πόσες και ποιές ενδοξώτερα αυτοεκπληρούμενες προφητείες στους κόλπους του ροκ έχεις την τύχη να δεις ζωντανά εν έτει 2022;

    Καθώς το δεύτερο μέρος πλησιάζει στο κλείσιμο, όλο το Θέατρο Βράχων περιμένει την τελική πράξη. Κι αυτή έρχεται. Περήφανη, με βαρύ βόμβο, φλάουτο να σολάρει, τον Anderson να τα δίνει όλα, περπατώντας απ’ άκρο σ’ άκρο της σκηνής τονίζοντας τις λέξεις, φυσώντας τον μαγικό του αυλό, ισορροπώντας με αυτοπεποίθηση στο δεξί του πόδι. “Aqualung” και “Locomotive Breath” μετατρέπουν το μέρος σε κανονική συναυλία. Βλέπεις μέσα στο κοινό όρθιους, έκθαμβους, ενθουσιασμένους, ή απλώς χαμογελαστούς.

    @ Τηλέμαχος Κουκλάκης

    Αυτές οι ψυχικές στάσεις εξάλλου, είναι και τα μόνα τεκμήρια αξιοσύνης μιας μουσικής που θέλει, σε πείσμα των καιρών, να παίζεται από αληθινούς μουσικούς, από τους ίδιους της τους δημιουργούς, ζωντανά, δυνατά και καθαρά.

    To βέβαιο είναι ότι μετά από δεκαετίες ο Anderson δεν θα αναφέρεται μόνον μαζί με τον Frank Zappa, τον Roger Waters και τον Peter Gabriel (μεταξύ άλλων) ως ένας από τους κλασσικούς ροκ συνθέτες και ενορχηστρωτές του 20ου αιώνα, αλλά και ανάμεσα στους αειθαλείς τραγουδιστές/performer, δίπλα σε ονόματα όπως ο Eric Burdon, η Patti Smith και ο Van Morrison, οι οποίοι ήταν εκεί από την αρχή, από τον Έλβις, διαψεύδοντας μέχρι τα βαθιά τους γεράματα, αλλεπαλληλες φορές και με διάφορους τρόπους, ότι «υπάρχει τέλος». Στην πολιτισμική αποκάλυψη του ροκ-εν-ρολ, η πρώτη σύμβαση που γίνεται κομματάκια είναι αυτή που μυστικά, χαμηλοφωνα, υστερόβουλα σιγοντάρει στο αυτί μας ότι με τον καιρό γίνεσαι «όπως όλοι οι άλλοι».

    Όχι. Τούτος εδώ, τουλάχιστον, ο σταθμάρχης Anderson, το έχει ξεκαθαρίσει : “God stole the handle – And the train, won’t stop going – No way to slow down”.

    Μέρος Πρώτο

    For a Thousand Mothers / Love Story / Living in the Past / Hunt by Numbers / Dharma for One / Clasp / Mine Is the Mountain / Pavane In F Sharp Minor/ Black Sunday / Bourrée in E minor

    Μέρος Δεύτερο

    Too Old to Rock ‘n’ Roll, Too Young to Die / The Zealot Gene / Μr. Tibbets / Songs From The Wood / Aqualung / Locomotive Breath / Dambusters March

    ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑIron Maiden: Η επιστροφή του Θηρίου υπήρξε, erga omnes, θριαμβευτική12.09.2018

    Περισσότερα από ΕΙΔΑΜΕ / Συναυλίες