MENU
Κερδίστε Προσκλήσεις
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
03
ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
  • ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ
    ΕΠΙΚΑΙΡΑ

    Η επέτειος του Πολυτεχνείου μέσα από πέντε ιστορικά ποιήματα

    Με αφορμή τη σημερινή μέρα, κάνουμε ένα ταξίδι στα γεγονότα του Πολυτεχνείου, μέσα από 5 ποιήματα-αναφορές μεγάλων μορφών της ελληνικής ποίησης.

    author-image Μαριαλενα Μάλλιου

    Η τέχνη κι η επανάσταση πορεύονται χέρι χέρι, η μία εμπνέει την άλλη και οι δύο μαζί αλλάζουν τον κόσμο.

    Τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, που κατάφεραν να απελευθερώσουν τους Έλληνες από τα δεσμά της χούντας, μένουν έως και σήμερα αθάνατα στον χρόνο, όχι μόνο γιατί αντανακλούν στην ελευθερία της σύγχρονης Ελλάδας, αλλά και γιατί αποτυπώθηκαν στο χαρτί από σπουδαίους δημιουργούς.

    Ας «περιηγηθούμε», λοιπόν, στα γεγονότα αυτά, όχι μέσα από ιστορικές πληροφορίες, αλλά μέσα από ποιήματα-μαρτυρίες μεγάλων μορφών της ελληνικής ποίησης.

    Μας ξάφνιασε η νύχτα

    Το πρωί διασχίζαμε τους δρόμους
    με τα σχολικά μας βιβλία
    Τη νύχτα συνεχίζαμε τη ζωή της ημέρας,
    φυλάγοντας τον ήλιο. Οι φοιτήτριες
    χόρευαν και τραγουδούσαν.
    Έτσι μας χαρακτήρισαν συνωμότες.
    Στο Μεγάλο Σχολείο μάς ξάφνιασε η νύχτα
    με τόσους βαριά τραυματισμένους γύρω μας,
    χωρίς γάζες, οξυγόνο,
    χωρίς φάρμακα, γιατρό, ασθενοφόρα.
    Μια ριπή πολυβόλου τραυματίζει το φως.
    Στα υπνοδωμάτια των παιδικών μας χρόνων
    με το εικόνισμα της Παναγιάς ποιος ονειρεύεται
    ειρηνικές παρελάσεις;
    Μας κυνηγούσαν στα ερημικά πάρκα και τις παρόδους,
    γιατί -λέει- θα καίγαμε την πόλη
    με τον ήλιο που κρύβαμε.

    Σπύρος Κατσίμης, Οι ρήτορες, 1974

    Εδώ Πολυτεχνείο

    Τρεις νύχτες καίγανε οι φωτιές
    την τελευταία ακούστηκαν καμπάνες.
    Κάπου αλλού θα παίζεται η ζωή μας σκέφτηκα
    και τότε τον είδα
    λαμπαδιασμένο απ’ τις ζητωκραυγές
    να τρέχει προς το θάνατο.
    Αλέξανδρε του φώναξα
    Αλέξανδρε
    κι ύστερα πιο σπαραχτικά Αλέξανδρεεε,
    πάλι και πάλι.
    Καθώς έσκυψα να τον σηκώσω από την άσφαλτο
    δε βρήκα παρά στάχτη.
    Σ’ όλους τους δρόμους
    οι στρατιώτες πυροβολούσαν το φόβο τους.

    Γιώργος Σαράντης, Αντιφασιστικά ’64-’74, 1984

    Το Αγόρι Και Η Πόρτα

    Εκεί που έπεσε
    είναι μια κόκκινη λίμνη,
    ένα κόκκινο δέντρο,
    ένα κόκκινο πουλί.
    Σηκώθηκε όρθια
    η πεσμένη καγκελόπορτα-
    χιλιάδες άλογα.
    Λαός καβαλίκεψε.
    Κομνηνέ! – φωνάξαμε.
    Γύρισε και μας κοίταξε
    δε φορούσε επίδεσμο
    ούτε στεφάνι.
    Άσπρα άλογα, κόκκινα άλογα
    και μαύρα, πιο μαύρα-
    καλπασμός, – η ιστορία
    Να προφτάσουμε.

    Γιάννης Ρίτσος

    Φοβάμαι

    Φοβάμαι
    τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
    έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
    και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–
    βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
    «Δώστε τη χούντα στο λαό».

    Φοβάμαι τους ανθρώπους
    που με καταλερωμένη τη φωλιά
    πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.

    Φοβάμαι τους ανθρώπους
    που σου ‘κλειναν την πόρτα
    μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
    και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
    να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.

    Φοβάμαι τους ανθρώπους
    που γέμιζαν τις ταβέρνες
    και τα ‘σπαζαν στα μπουζούκια
    κάθε βράδυ
    και τώρα τα ξανασπάζουν
    όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη
    και έχουν και «απόψεις».

    Φοβάμαι τους ανθρώπους
    που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
    και τώρα σε λοιδορούν
    γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.

    Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
    Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.

    Μανώλης Αναγνωστάκης, εφημερίδα Αυγή, 1983

    Αθήνα

    Τσιμέντο και σίδερο στον πνιγμένο αέρα
    πανάρχαια γόησσα Αθήνα
    γυαλίζει τ’ άσπρο σου στήθος απόψε
    άσε με να σου το σφίξω μέχρι να πονέσεις
    χύνοντας κόκκινο γάλα
    καθώς θ’ ακούς το τραγούδι της συνουσίας
    παράμερα στα δεντράκια δύο μαθητών
    του γυμνασίου και το ρυθμό της καρδιάς μου
    σ’ αυτό το βράδυ των μεθυσμένων συντριβανιών
    του αμύγδαλου-κόσμου
    Άκου το ουρλιαχτό του περιπολικού και κοίτα
    Αυτούς που τους βάζουν στο αυτοκίνητο και
    Βιαστικά τους οδηγούν στο τμήμα.
    Με προβολείς στο μάτι τους ρίχνουν κάτω
    Τους ψάχνουν κι η μέση τους σπάει στο τραπέζι
    Και τους αφήνουν με το στόμα πεταμένο
    Στον ουρανό πάνω σ’ ένα κολοσιαίο
    Κλάξον αυτοκινήτου πάνω στο δάπεδο του γραφείου
    Τα παιδιά με τα γυαλιστερά εξαρτήματα
    Ειδικευμένα στον τρόμο και τα μεγαλοπρεπή
    Σειρήτια στα μάτια τους.
    Κι αυτοί που
    Έχουν δολοφονηθεί αδιαμαρτύρητα ή πετάχτηκαν
    Απ’ την ταράτσα του κτιρίου μετά το πέρας
    Των ανακρίσεων όπως γίνεται στο σινεμά
    Κι αυτοί που αφανίστηκαν μες στη θάλασσα
    Θέλοντας να το σκάσουν και οι καιροί
    Αποθρασύνοντας τον ισχυρό
    Σ’ αυτό τον κόσμο τον παράφρονα της φυλακής.

    Κι αυτοί που πολτοποιήθηκαν απ’ τα τανκς
    Μέσα στο Πολυτεχνείο ή έσκασαν απ’ τα
    καπνογόνα κι αυτοί που σταυρώθηκαν
    Στα διασταυρούμενα πυρά
    Φωνάζοντας μέχρι τον άλλο κόσμο
    «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ»

    Λευτέρης Πούλιος, Γυμνός Ομιλητής, 1977

    ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑΓιάννης Ρίτσος: Το τελευταίο καλοκαίρι του μεγάλου μας ποιητή12.09.2018

    Περισσότερα από Ιστορίες
    Για να λαμβάνετε κάθε εβδομάδα στο email σας
    προτάσεις και προσκλήσεις από το Monopoli.gr
    ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ