MENU
Κερδίστε Προσκλήσεις
ΠΕΜΠΤΗ
12
ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
  • ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΠΡΟΣΚΛΗΣΕΙΣ
    ΣΤΗΝ ΠΡΟΒΑ
    «Ο γιος» στο Θέατρο του Νέου Κόσμου – Στην τρέλα της εφηβείας
    Δέκα ημέρες πριν την πρεμιέρα στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος ανοίγει την πρόβα του «Γιου», του τρίτου μέρους τριλογίας του Φλοριάν Ζελέρ. Ο σκηνοθέτης μαζί με τους πρωταγωνιστές του Λάζαρο Γεωργακόπουλο, Δέσποινα Κούρτη, ‘Αννα Καλαϊτζίδου και Δημήτρη Κίτσο μιλούν για την ευθραυστότητα και το δράμα των οικογενειακών σχέσεων.
    Στέλλα Χαραμή | 25.11.2019 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΔΟΜΝΙΚΗ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ

    Η φωνή του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου από τα ορεινά της πλατείας στην κεντρική σκηνή του Θεάτρου του Νέου Κόσμου δεν λέει πολλά. Περιορίζεται – για την ώρα στις εντολές «φως – σκοτάδι». Στην πρώτη σκηνοθεσία μετά την αποχώρηση από την καλλιτεχνική διεύθυνση του Φεστιβάλ Αθηνών, επιστρέφει δυναμικά, μ’ ένα άπαιχτο στην Ελλάδα έργο, που ωστόσο στην Ευρώπη έχει χαρακτηριστεί ως ένα «από τα σημαντικότερα έργα της δεκαετίας». Η ψυχολογική κατάρρευση ενός έφηβου αγοριού, την ώρα που οι γονείς του αδυνατούν να του παρασταθούν επί της ουσίας, συσπειρώνει γύρω του, μια ομάδα αξιώσεων – Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Δέσποινα Κούρτη, ‘Αννα Καλαϊτζίδου και Δημήτρη Κίτσο. Και από κοινού επιχειρούν να διαβάσουν μια φορτισμένη μελέτη των οικογενειακών σχέσεων.

    Ο σκηνοθέτης της παράστασης με τους πρωταγωνιστές του Δημήτρη Κίτσο, Δέσποινα Κούρτη, ‘Αννα Καλαϊτζίδου, Λάζαρο Γεωργακόπουλο, Γιώργο Μακρή.

    Γεύση από πρόβα

    «Δεν έχω καμιά διάθεση ν’ αγωνιστώ». «Η ζωή μου έχει γίνει βάρος». «Θα ‘θελα ν’ αλλάξω κάτι, αλλά δεν ξέρω τι». Μέσα σε δύο – τρεις σκηνές, ο Δημήτρης Κίτσος, ο γιος του Φλοριάν Ζελέρ δηλώνει, με κάθε τρόπο, το ψυχικό αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται. Κι ας είναι μόνο 17 χρονών. Στο άκουσμα αυτών των εξομολογήσεων, ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος και η Δέσποινα Κούρτη, οι θεατρικοί γονείς του, Πιερ και Αννα, αναστατώνονται βαθιά. Αλλά τελικά αδυνατούν να δώσουν στο παιδί τους μια διέξοδο.

    ‘Ολοι – μαζί και η ‘Αννα Καλαϊτζίδου σε ρόλο ‘μητριάς’ – εμφανίζονται διαδοχικά επί σκηνής, παίζοντας τις σύντομες, με συναισθηματική ένταση σκηνές που συνθέτουν το έργο του Γάλλου δημιουργού. Στο βάθος, να τους παρακολουθεί σιωπηλός, ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος στο πέρασμα του πρώτου μέρους του έργου, αποκαλύπτοντας (μαζί με περιγραφικές χειρονομίες) ότι το «δεύτερο είναι ακόμα πιο δυναμικό». Το σκηνικό της παράστασης μόλις τους παραδόθηκε κι εντός του χτίζουν τους τραγικούς χαρακτήρες του Ζελέρ. ‘Εχουν ακόμα δέκα ημέρες μέχρι την πρεμιέρα.

    Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος και η Δέσποινα Κούρτη είναι οι γονείς του «Γιου».

    Το έργο

    Μετά τη «Μητέρα» (2010) και τον «Πατέρα» (2012), ακολουθεί «Ο γιος», το τρίτο μέρος της τριλογίας του Φλοριάν Ζελέρ. Ο 40χρονος Γάλλος που, σύμφωνα με τον Guardian, συνιστά τον «συναρπαστικότερο θεατρικό συγγραφέα των καιρών μας» φυλάει το καλύτερο για το τέλος. Ολοκληρώνει το πορτρέτο των οικογενειακών ρόλων μ’ έναν υποδειγματικό τρόπο, εστιάζοντας στο πως μια ψυχική νόσος μπορεί να διαταράξει ή ακόμα και να διαλύσει τον οικογενειακό ιστό. Είναι, όπως ο ίδιος έχει εξομολογηθεί το μοναδικό έργο που φλερτάρει ξεκάθαρα με τα προσωπικά του βιώματα ως εφήβου.

    Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος που, βρίσκεται σταθερά σε αναζήτηση άπαιχτων κειμένων, συνάντησε τον «Γιο» στο παρισινό του ανέβασμα και αμέσως αποφάσισε πως τον ενδιαφέρει να το δει σκηνοθετικά. «Αντιλαμβάνομαι το έργο ως την τραγωδία του πατέρα. Παρόλα αυτά, είναι ένα κείμενο που ξεπερνάει τον πυρήνα της οικογένειας. Παίρνει τάχυστα μια κοινωνική διάσταση, παρατηρεί την δυσκολία της εφηβείας και αναζητά τις ευθύνες από όλους στο πόσο ακούν τους άλλους γύρω τους και στο πως αντιμετωπίζουν μια δυσκολία με βάση τον εαυτό τους».

    ‘Οπως πάντα μέσα από απλές αφηγήσεις, με καθημερινή γλώσσα και κατά τόπους με ελλειματικό λόγο, έτσι και στο «Γιο» ο πολυβραβευμένος Ζελέρ, ανατέμνει με ψυχολογικούς όρους τη λειτουργία μιας οικογένειας (διαλυμένης εν προκειμένω) μπροστά στο πρόβλημα: Ο έφηβος Νικολά μοιάζει να έχει ακινητοποιηθεί συναισθηματικά μετά το διαζύγιο των γονιών του. Χάνοντας σταδιακά επαφή με τη μητέρα του, δηλώνει την επιθυμία να ζήσει με τον πατέρα του και τη νέα οικογένεια που έχει δημιουργήσει με τη δεύτερη του σύζυγο, Σοφία. Ωστόσο, η αλλαγή δεν φέρνει το επιθυμητό αποτέλεσμα την στιγμή που όλοι μοιάζουν ν’ αγνοούν την ψυχική κατάσταση του παιδιού. «Σ’ αυτό το έργο διακρίνεται η ακριβή ποιότητα του Ζελέρ. Εγγράφει τόσο καλά την καθημερινότητα, με απλή γλώσσα, λεπτό χιούμορ, πυκνό συναίσθημα και κάνει αυτό που κάνει κάθε καλό θέατρο: Αποκαλύπτει κάτω από την σκόνη μιας γνώριμης κατάστασης, αληθινούς ανθρώπους σαν κι εμάς. Αλλά μας αναγκάζει να δούμε πτυχές της καθημερινότητας μας που δεν επισκεπτόμαστε. Και μάλιστα είναι πολλές κορυφαίες στιγμές μιας καθημερινότητας» παρατηρεί η Δέσποινα Κούρτη, που υποδύεται το ρόλο της Αννας, της μητέρας του εφήβου.

    Στον έτερο γονεϊκό ρόλο, εκείνον του πατέρα Πιερ, ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος εξάρει την σύνθετη γραφή του Ζελέρ την οποία «όσο κι αν θέλεις να περιορίσεις, μόλις το αποπειραθείς τρίζει όλο το οικοδόμημα. Ακόμα και οι επαναλήψεις του έχουν νόημα». Ο ίδιος αντιλαμβάνεται τον «Γιο» ως την «τραγωδία του να είναι κανείς γονιός. Μοιάζει πολλές φορές αδιέξοδο να μεγαλώνεις ένα παιδί. Κι εδώ βλέπουμε ανθρώπους που παλεύουν με αυτό που θα γίνουν στο μέλλον ή με αυτό που ήδη ήταν».

    Η εξέλιξη της πρόβας αποκαλύπτει διαρκώς νέα πολύτιμα υλικά με τα οποία η ομάδα της παράστασης καλείται να έρθει αντιμέτωπη αλλά το σίγουρο είναι για τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο πως πρόκειται «για ένα σπουδαίο έργο. Τα σημαντικά έργα ξεκινούν από τον τόπο τους και φτάνουν να αφορούν το ανθρώπινο είδος».

    ‘Αννα Καλαϊτζίδου και Λάζαρος Γεωργακόπουλος.

    Οι ήρωες – Οι ηθοποιοί

    Η μεγάλη πρόκληση που βάζει ο Φλοριάν Ζελέρ στους ηθοποιούς του ξεκινάει από την διαπίστωση πως ενώ ασχολείται με πρόσωπα καθημερινά, την ίδια ώρα τους αναγνωρίζει και ως αρχετυπικές φιγούρες. Κι έτσι οι ερμηνευτές έρχονται αντιμέτωποι μ’ ένα διπλό μέτωπο: Από την μια πρέπει να “ξεκολλήσουν” οικεία πρόσωπα από την γη όσο και το ανάποδο. «’Εχει αξία ν’ αναγνωρίσεις τον εαυτό σου σ’ ένα θεατρικό ήρωα, να παρατηρήσεις τις λειτουργίες σου. Είναι ωραίο να αναμετριέσαι με κανονικούς ήρωες και συνάμα είναι πολύπλοκο. ‘Εχει πολύ ενδιαφέρον για εμάς που φωτίζουμε τέτοια πρόσωπα, τέτοιες σχέσεις», παρατηρεί η ‘Αννα Καλαϊτζίδου καθώς ερμηνεύει την “πέτρα του σκανδάλου” στην οικογένεια του «Γιου».

    Ενισχύοντας αυτή την εντύπωση η Δέσποινα Κούρτη, βλέπει τους ήρωες του Ζελέρ σαν τσεχωφικά όντα «γελοίοι και συγχρόνως βαθιά τραγικοί. Μου φαίνεται πως ο Φλοριάν Ζελέρ μοιάζει λες και ο Τσέχωφ κάνει πρόβα στον 21ο αιώνα». Κανείς από τους ήρωες, όπως διαπιστώνει ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος, δεν είναι «καλός ή κακός. ‘Ολα είναι ανοιχτά. Αντίθετα βλέπουμε ότι η αγάπη και οι καλές προθέσεις επιταχύνουν την καταστροφή. Με συγκινούν βαθιά αυτά τα πρόσωπα γιατί έχω κι εγώ μια κόρη 18 χρονών. Και συνειδητοποιείς πως το παιδί που μεγαλώνει δίπλα σου, ξαφνικά σου είναι άγνωστο κι εσύ πρέπει να το ανακαλύψεις από την αρχή. Ο Ζελέρ τονίζει μια μεγάλη αλήθεια: Πως η ευθραστότητα και ο θυμός της εφηβείας είναι τόσο πολύ κοντά στην τρέλα. Τα όρια είναι συγκεχυμένα και δισδιάκριτα. Σχεδόν, δεν μας δίνει να καταλάβουμε τι κινεί βασανιστικά αυτό το παιδί: Η εφηβεία ή η κατάθλιψη».

    Ο «γιος» Δημήτρης Κίτσος με την ‘Αννα Καλαϊτζίδου.

    Ο Δημήτρης Κίτσος (μέλος της ομάδας των C for Circus) υποδύεται εδώ τον ανήσυχο, μπερδεμένο Νικολά· το παιδί που λέει πως «δεν θα ήθελα να είμαι στην ηλικία μου είμαι». Ο Κίτσος δηλώνει πως καταλαβαίνει «σ’ έναν βαθμό» τον ήρωα του. «Νομίζω πως εν όψει ενηλικίωσης και των προσδοκιών που τον έχουν φορτώσει οι άλλοι, βιώνει ένα πανικό που επιταχύνει την κατάσταση προς το χειρότερο. Σταματάει να έχει απλή σχέση με τα πράγματα γύρω του. Κι αυτό χειροτερεύει όταν η οικογένεια του τον περιβάλλει με αγάπη και ενδιαφέρον αλλά όχι με την αγάπη που έχει ανάγκη εκείνος».

    Η πορεία του θα είναι δραματική. Ωστόσο, ο «Γιος» του Ζελέρ δεν είναι ο Νικολά – τουλάχιστον όχι όπως το αντιλαμβάνεται ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος. «Ο γιος είναι το βρέφος, ο ετεροθαλής αδελφός του από το δεύτερο γάμο. Ο συγγραφέας σε βάζει να σκεφτείς πως το μωρό είναι εν δυνάμει ένας Νικολά και πως ο τελευταίος θα γίνει σαν τον πατέρα του. Κι αυτή η διαπίστωση αν δεν σε συντρίβει, σίγουρα σε τρομάζει» λέει· τοποθετώντας από μια ακόμα θέση τους ήρωες στο βάθρο του αρχέτυπου.

    Σκηνή της παράστασης με τους Δ. Κίτσο, Λ. Γεωργακόπουλο και Αν. Καλαϊτζίδου.

    Η σκηνοθεσία

    Στην πρόβα, ανάμεσα στις σύντομες κινηματογραφικά δομημένες σκηνές, ακούγονται οι σκηνικές οδηγίες του Φλοριάν Ζελέρ. ‘Οχι τυχαία. Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος ομολογεί πως σκηνοθετεί την παράσταση με το αίσθημα ότι τελεί βοηθός του συγγραφέα. Κι όσα χρόνια σκηνοθετεί έχει ακολουθήσει την ίδια τακτική μόνο μια φορά ακόμα, όταν το χειμώνα του 2001 θα σκηνοθετούσε «Το τέλος του παιχνιδιού» του Σάμιουελ Μπέκετ. «Τηρώ ευλαβικά τις οδηγίες του, αλλά όχι από σεμνότητα. Αλλά από ανάγκη να παρατηρήσω πολύ πιο βαθιά το έργο, να καταλάβω που τελειώνει μια εξομολόγηση, ένας διάλογος, μια σκηνή. Είναι τόσο έντονη η ματιά του δημιουργού, που ενώ στην πραγματικότητα αποτυπώνει μια καθημερινότητα στο τέλος αναβαθμίζεται σε ποίηση. Εκεί το έργο διαχωρίζεται από το απλό, το τρέχον σε κάτι υψηλότερο. Αυτό θέλω να το υπηρετήσω», σημειώνει.

    Ο «πατέρας» Λάζαρος Γεωργακόπουλος.

    Η αισθητική της παράστασης

    Με την συνεργασία της Ευαγγελίας Θεριανού στα σκηνικά και της Βασιλικής Σύρμα στα κοστούμια, η όψη της παράστασης δεν μετακινείται από τα συνήθη αισθητικά αιτήματα του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου που αναφέρονται σ’ έναν μινιμαλισμό και μια λιτότητα. Κατά συνέπεια, το σκηνικό της Ευαγγελίας Θεριανού αποτελείται από δύο συρόμενους τοίχους που σχηματίζουν δυο χώρους και ορίζουν τα σπίτια της μητέρας και του πατέρα, εκεί που ακροβατεί δηλαδή, «Ο γιος». «Πρόκειται για θραύσματα δύο σπιτιών που ο Γιός θα ήθελε να είναι ένα αλλά δεν είναι ποτέ… Και αυτά τα κομμάτια μένουν πάντα διάσπαρτα στο χώρο και ανταγωνίζονται με το κενό ανάμεσα τους» όπως εξηγεί η ίδια.
    Η Βασιλική Σύρμα με τη σειρά της, γειώνει τα πρόσωπα στο τώρα μέσα σε ρούχα απολύτως σύγχρονα που περιγράφουν την ηλικιακή όσο και κοινωνική τους θέση. Τα έχει μάλιστα κωδικοποιήσει χρωματικά.
    Το αισθητικό αποτέλεσμα της παράστασης ωστόσο, με την έννοια της ατμόσφαιρας, συνδράμμει και ο Σταύρος Γασπαράτος που υπογράφει την πρωτότυπη μουσική.

    Περισσότερα από Art & Culture