MENU
Κερδίστε Προσκλήσεις
ΤΡΙΤΗ
16
ΙΟΥΛΙΟΥ
ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

Φαύστα του Μποστ στο θέατρο Στοά- Στην τραγωδία σπάμε πλάκα!

Μια μοναδική περίπτωση στο ελληνικό θέατρο είναι ο Μποστ. Τόσο μοναδική που μοιάζει μεταμοντέρνος ίσως και πριν το μεταμοντερνισμό. Τόσο στην μορφή, όσο και στο περιεχόμενο των θεατρικών του έργων εμφανίζει μεγάλη πρωτοτυπία και αυθεντικότητα- αν και στην περίπτωση του Μποστ είναι τόσο ενωμένα αυτά τα δύο, που το ένα καθορίζει το άλλο.

author-image Γιώργος Σμυρνής

Η Φαύστα είναι ένα έργο που έγραψε ο Μποστ (Χρύσανθος -Μέντης- Μποσταντζόγλου) το 1963 και έχει παιχτεί αρκετές φορές με επιτυχία από πολλούς θιάσους. Τώρα η παράσταση ανεβαίνει στο θέατρο Στοά, με σκηνοθέτη τον Θανάση Παπαγεωργίου και πρωταγωνίστρια την Λήδα Πρωτοψάλτη, στα πλαίσια της συμπλήρωσης των 40 χρόνων λειτουργίας του θεάτρου αυτού. Ο Μποστ είχε σημαντική συνεργασία με τους δύο αυτούς ανθρώπους που σφράγισαν με το έργο τους την ιστορία του θεάτρου αυτού.

Η υπόθεση της Φαύστας είναι η εξής:
Η Φαύστα (Λήδα Πρωτοψάλτη) και ο σύζυγός της (Θανάσης Παπαγεωργίου) έχασαν την κόρη της, που πνίγηκε στη θάλασσα. Την έψαξαν αλλά δεν την βρήκαν. Το ξεπέρασαν μάλλον εύκολα. Μετά από χρόνια, στο ψάρεμα ο μπαμπάς έπιασε ένα μεγάλο ψάρι. Αυτό είχε μέσα στην κοιλιά του το κοριτσάκι, που είχε πια μεγαλώσει. Είχε κάποια προβλήματα κοινωνικής προσαρμογής, αλλά από την άλλη είχε γνωρίσει τον κόσμο. Είχε πολλές ιστορίες να διηγηθεί στους γονείς της, για την Κίνα και γενικά για τον κόσμο. Κι ενώ η οικογένεια ετοιμάζεται να γιορτάσει το χαρμόσυνο γεγονός το κοριτσάκι εξολοθρεύεται από τους γάτους, επειδή μύριζε ψαρίλα. Μια άλλη οικογένεια που της έτυχε ακριβώς η ίδια περίπτωση με τον γιο τους, έρχονται να ζητήσουν σε γάμο το ομοιοπαθές κοριτσάκι αλλά πληροφορούνται το χαμό του και φεύγουν άπραγοι.

Το έργο είναι γραμμένο σε δεκαπεντασύλλαβο ομοιοκατάληκτο, με αμέτρητους σολικισμούς, που γίνονται επίτηδες, για να βγαίνει πιο εύκολα η ρίμα και να καταστρέφεται η καθαρεύουσα. Αυτό ήταν σχόλιο του Μποστ υπέρ των δημοτικιστών στην κόντρα τους με τους καθαρευουσιάνους. Αυτό το ζήτημα έχει λήξει εδώ και 30 χρόνια με την καθαρεύουσα να έχει μπει πια στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Ωστόσο, η γλώσσα του Μποστ εξακολουθεί να ακούγεται αστεία και πρωτότυπη. Αυτό, γιατί έγραφε με τον τρόπο που τον βόλευε, για να δημιουργήσει, φτιάχνοντας τους δικούς του κανόνες.

Το σουρεαλιστικό δράμα των ηρώων συμβαίνει σε μια εποχή κοντά στα τέλη του 19ου αιώνα. Εκεί μας παραπέμπει ο Μποστ με τις ειδήσεις από εφημερίδες που διαβάζει ο σύζυγος της Φαύστας και τις σχολιάζει μαζί με τη γυναίκα του. Κυρίως οι αναφορές στον Έντισον και το ηλεκτρικό ρεύμα και τον κινηματογράφο μας προσανατολίζουν χρονικά. Ωστόσο, είναι μια τελείως ασύμβατη προσθήκη σε μια υποτιθέμενη τραγωδία, που κάνει ακόμα πιο διασκεδαστική την όλη σύνθεση. Ένα κολάζ, στο οποίο δημοσιογραφικός λόγος, ρίμες, σκοτωμένη καθαρεύουσα, δράμα και κωμωδία αναμειγνύονται, με έναν υπόγειο σχολιασμό τόσο της κοινωνίας, όσο και της ιστορίας.

Το σουρεαλιστικό πνεύμα είναι διάχυτο. Η ιδέα του θανάτου διακωμωδείται. Αυτό δημιουργεί ένα παράλογο σύμπαν με τελείως αφύσικες αντιδράσεις. Εκεί που θα πρεπε οι ήρωες να κλαίνε, είναι αδιάφοροι ή βγάζουν γέλιο.Αλλά υποδηλώνει και μια κριτική στην ελληνική οικογένεια και κοινωνία, που ρέπει στην αποβλάκωση.

Σκηνοθετικά και σκηνογραφικά η παράσταση απέπνεε ένα γκροτέσκο πνεύμα, που θυμίζει αρκετά το Ridiculous Theater. Όμως, οι εικόνες που δίνει η σκηνοθεσία δεν προέρχονται από εκεί, αλλά από την διάθεση να παρωδήσουν τον στόμφο του ελληνικού θεάτρου των τελών του 19ου αιώνα, αλλά και να αποτυπώσουν την τρέλα του Μποστ. Αυτό, εκτός από τις σκηνοθετικές οδηγίες που είχε δώσει ο συγγραφέας, βγαίνει από το ίδιο το κείμενο, το οποίο δημιουργεί συναισθήματα τελείως ανάποδα από τις καταστάσεις που παρουσιάζει.  Οι καταστάσεις του έργου, ευτυχίας ή δυστυχίας, είναι τόσο εξωπραγματικές, που δε νομίζω πως θα μπορούσαν να σκηνοθετηθούν με άλλο τρόπο.

Η Λήδα Πρωτοψάλτη έδωσε ερμηνευτικό ρεσιτάλ στην γκροτέσκο παρωδία του στομφώδους ύφους της εποχής του 1890 στο θέατρο. Επίσης, ήταν πολύ καλός και ο Θανάσης Παπαγεωργίου, παίζοντας όμως με μεγαλύτερη απλότητα και λιγότερο στόμφο. Ευχάριστη νότα ήταν και η ταλαίπωρη κόρη (Κοραλία Τσόγκα), που τραγούδησε και σαν ντίβα της μουσικής σε κάποιο σημείο του έργου, λίγο πριν φαγωθεί ανηλεώς από τις άκαρδες γάτες.

Συνολικά, πρόκειται για μια όμορφη, καλοστημένη και αστεία παράσταση. Φέρνει τους νεότερους σε επαφή με έναν μοναδικό για τα ελληνικά γράμματα συγγραφέα, που καταφέρνει να είναι ταυτόχρονα διασκεδαστικός και προχωρημένος. Και βοηθάει τους παλαιότερους να τον ξαναθυμηθούν. Ό,τι πρέπει για τα 40 χρόνια του θεάτρου Στοά.

Γιώργος Σμυρνής

Περισσότερα από ΕΙΔΑΜΕ / Παραστάσεις