Social
Ο ηλικιωμένος ηθοποιός είναι ο τελευταίος επιζών της οικογένειας του - ακόμα και η γυναίκα του έχει πεθάνει. Ζει στα όρια της εξαθλίωσης σ' ένα φθαρμένο σπίτι. Μοναχικός κι απελπισμένος, μοιάζει με τον φιλόσοφο που διαβάζει συνέχεια, αλλά και αποστρέφεται, τον σκοτεινό Σοπενχάουερ. Πέφτει συνέχεια σε αντιφάσεις, επαναλαμβάνεται, προσπαθεί να αφηγηθεί την ιστορία του, μπλέκει με φιλοσοφικές ιδέες (ενίοτε ιδιοφυείς, άλλοτε αμπελοφιλοσοφικές τελείως).
Το μόνο πρόσωπο που βλέπει είναι η Κατερίνα (Ίρις Αδάμ), ένα εννιάχρονο κοριτσάκι, που του φέρνει δυο φορές την εβδομάδα ένα μπουκάλι γάλα. Είναι ο μόνος άνθρωπος με τον οποίο μιλάει. Ίσως γιατί μιλάει μόνο αυτός. Το κοριτσάκι σαφώς δεν μπορεί να επικοινωνήσει με έναν άνθρωπο που μιλάει μια γλώσσα ακαδημαϊκού σχεδόν λόγου, ψιθυριστά και ενίοτε ασυνάρτητα. Απαντάει μόνο με νεύματα. Ωστόσο, η μικρή κοπέλα δίνει μια ανάσα ανθρωπιάς κι ελπίδας στην σκηνή. Αλλά είναι εμφανές ότι δεν αρκεί.
Εκτός από παλαίμαχος ηθοποιός, ο πρωταγωνιστής είναι και ένα πρόσωπο στο κατώφλι του θανάτου, χτυπημένος από την "αρρώστια" των γηρατειών. Το μεγαλείο της κορυφής, στο οποίο ο χαρακτήρας που ερμήνευε ο Κιμούλης στον Σλουθ, πάσχιζε στα όρια της παράνοιας να διατηρήσει, εδώ είναι μια φθαρμένη ανάμνηση. Η μοίρα του ίδιου του ανθρώπου είναι να καταντήσει μια φθαρμένη ανάμνηση. Ή ένα τίποτα! Και το θέατρο έρχεται κοντά στην ανθρώπινη κατάσταση, διότι είναι κι αυτό φθαρτό. Μία παράσταση παίζεται και μετά χάνεται. Γίνεται μια φθαρτή ανάμνηση των θεατών και των θεατρίνων.
Ο ηθοποιός νιώθει την ανάγκη να απολογηθεί, αλλά και την ανάγκη να καταγγείλει. Τίποτα δεν ολοκληρώνεται, γιατί τίποτα στη ζωή δεν είναι οριστικό. Απολογία και καταγγελία μπλέκουν μεταξύ τους, μαζί με φιλοσοφικά αποφθέγματα και σκέψεις για το τώρα, όπως το "πρέπει να αγοράσω ποντικοφάρμακο". Η αδύναμη μνήμη- το επίκεντρο τελικά της παράστασης- αναγκάζει τον πρωταγωνιστή να το γράψει με μεγάλα γράμματα και να βάλει το κοριτσάκι να του το ξαναδιαβάσει.
Ο Κιμούλης καταφέρνει να διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή για το κείμενο, μιλώντας παράλληλα ψιθυριστά. Είναι ένα τεχνικό επίτευγμα το ότι καταφέρνει να γίνεται αντιληπτός απαγγέλλωντας με ψιθύρους. Αυτή η επιλογή του προκύπτει από τις απαιτήσεις της ρεαλιστικής απεικόνισης. Ένας γέρος που μονολογεί, δεν μπορεί να φωνάζει. Απλώς ψιθυρίζει τις σκέψεις του. Κι οι σκέψεις είναι παραληρηματικές, ως επί το πλείστον. Πόσο μάλλον, όταν ξεπηδούν απρόθυμα από το κουρασμένο μυαλό ενός απελπισμένου, μοναχικού 90άρη.
Το σκηνικό κινήθηκε επίσης σωστά στις ανάγκες ρεαλισμού που έθετε η προσέγγιση του Γιώργου Κιμούλη. Αποτυπώνει με ακρίβεια το σπίτι ενός παλαίμαχου της ζωής, που δεν έχει ούτε το κουράγιο, ούτε τα οικονομικά μέσα, να αγοράσει πράγματα ή να επιδιορθώσει βλάβες. Υπάρχει και μια τηλεόραση, που γίνεται μια πύλη του μη ρεαλιστικού στην παράσταση. Όμως, ακόμα κι αυτό δεν ξεφεύγει. Η "μη πραγματικότητα" του κατασκευασμένου τηλεοπτικού θεάματος επαναλαμβάνει την πραγματικότητα- είναι το καρμπόν της ζωής. Μιας ζωής που ετοιμάζεται να πεθάνει.
Θεωρώ, ότι ο Γιώργος Κιμούλης έκανε σωστές επιλογές, τόσο ως προς το θεατρικό έργο που επέλεξε να ανεβάσει, όσο και ως προς την ερμηνευτική και σκηνοθετική του προσέγγιση. Ο ρεαλισμός της ερμηνείας σε ένα ποιητικό κείμενο ανέδειξε με καθαρότητα τα τραγικά σημεία του έργου. Και πρόκειται για μια παράσταση που αναδεικνύει, με νότες αυτοσαρκασμού, την απόλυτη τραγικότητα της μοίρας τόσο του ηθοποιού, όσο και του ανθρώπου.
Γιώργος Σμυρνής





















