Στην Κουζίνα του Συγγραφέα: Μισέλ Φάις

Φεβρουάριος 02, 2017
Ζήτησα από τον συγγραφέα, κριτικό λογοτεχνίας και δημοσιογράφο Μισέλ Φάις ένα κείμενο για τη στήλη «Η κουζίνα του συγγραφέα», με αφορμή το πιο νέο του βιβλίο, τη νουβέλα «Lady Cortisol», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πατάκης». Όταν μου το έστειλε, συνειδητοποίησα ότι δεν υπήρχε χώρος και λόγος να κάνω κανέναν πρόλογο.

Όλγα Σελλά
tweet
share
Με το κείμενό του ο Μισέλ Φάις ξεδιπλώνει όχι μόνο το σύμπαν του νέου του βιβλίου, όχι μόνο τον τρόπο που δημιουργεί τα βιβλία του, αλλά μας πιάνει από το χέρι και μας κάνει μια μικρή περιήγηση στη συγγραφική του διαδρομή, σε ό,τι τον απασχολεί κάθε φορά, στο πώς συνεχίζεται ή ανιχνεύεται αυτή η αναζήτηση και στις σελίδες των επόμενων βιβλίων του, στο τι σημαίνει για τον ίδιο η μοναχική και σιωπηλή διαδικασία της γραφής, στο πώς «συνομιλεί» με άλλες γραφές.

Διαβάστε αυτό το κείμενο του Μισέλ Φάις. Θα έχετε τη χαρά να απολαύσετε ένα σπουδαίο κείμενο, που εμπερικλείει γνώση, έρευνα, μοίρασμα, περιγραφικότητα, άψογα ελληνικά και πολλή δουλειά. Ο,τι περιέχουν και τα βιβλία του Μισέλ Φάις δηλαδή. Και μετά διαβάστε και τηLady Cortisol.

exof. Lady Cortisol

Κάθε βιβλίο έχει τα σκεύη του, τα εργαλεία του, τα υλικά του, τις μαγειρικές του (νόστιμες, αδιάφορες, κακές). Εδώ και χρόνια μου αρέσει να μαγειρεύω και να τρώω διαυγή φαγητά. Kοντολογίς οι γεύσεις να ειναι διακριτές και η πρώτη ύλη καθαρή και αναγνωρίσιμη.

Το ίδιο συμβαίνει και στη γραφή. Εν προκειμένω στην Lady Cortisol το άγχος μου μην κάποτε σταματήσω να γράφω, μην διακοπεί η επιθυμία μου να ακούω και να λέω ιστορίες, μην μαραθεί εντός μου διαμεσολαβητικός ρόλος του γραφιά ανάμεσα στην έρευνα, στην κατασκευή και στην απόλαυση του μνημονεύειν και του ιστορείν προκάλεσε και γέννησε αυτη τη νουβέλα, στα όρια φρονώ ευσύνοπτου μυθιστορήματος.

Συνεπώς το φυσικό γλυκοκορτικοειδές που συντίθεται στον φλοιό των επινεφριδίων (κορτιζόλη) και τόσα δεινά επιφέρει στην ηρωίδα, καθρεφτίζεται στον φόβο, τον πανικό και την κατάθλιψη του αφηγητή και ερώτωντα που άλλοτε σαν ψυχίατρος, άλλοτε σαν ανακριτής, άλλοτε ως βιολόγος, άλλοτε σαν εραστής κι άλλοτε ως συγγραφέας, με όλες αυτές τις ιδιότητες υπονομευμένες ή φαρσικές, ρωτάει και ξαναρωτάει την ηρωίδα.


Με την Lady Cortisol ξαναπιάνω το νήμα της νουβέλας που είχα αφήσει από το 2001 (Aegypius monachus). Δεκαπέντε χρόνια πάλευα με τα κύματα της αυτοβιογραφίας ενός άλλου και τη θρυμματισμένη πρόζα (Το μέλι και η στάχτη του Θεού (2002), Ελληνική αυπνία (2004), Πορφυρά γέλια (2010), Κτερίσματα (2012), Από το πουθενά (2015). Ενδιαμέσως μπήκαν και οι δυο θεατρικές σφήνες (Το κίτρινο σκυλί (2009) και Το παγκάκι του κανένα, 2013).

Εδώ και η Κύρια Πανικoύ εναλλάσσει τη μάσκα του θεατρικού μονολόγου μ΄εκείνη του υπαρξιακού θρίλερ σε μια μακροπερίοδο, σπειροειδή, περίκλειστη αφήγηση. Στο σχήμα του βιβλίου αυτός που ρωτάει έχει έλλειμμα ιστοριών, αυτή που απαντάει έχει πλεόνασμα ιστοριών. Θεωρητικά. Μήπως όμως τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα; Δηλαδή, αυτός που ρωτάει έχει ξεχάσει να λέει ιστορίες κι αυτή που αποκρίνεται αφηγείται ως ιστορία οτιδήποτε έρχεται στην άκρη της γλώσσας της; Πέραν αυτού υπάρχει κι ένας άτυπος, αδιευκρίνηστος εθισμός, που σε σημεία γίνεται καταναγκασμός ή αυτοκαταναγκασμός. Θα μπορούσε κάποιος να την δει και ως μια νευρωτική αντανάκλαση της Χαλιμά, αλλά και ως μια γυναίκα αποσπασμένη από το γλωσσικό σύμπαν του Κάφκα, του Μπέκετ, του Χάντκε (τρεις συγγραφείς που, ανά διαστήματα, φωτίζουν τη γραφή μου).

Η L.C. άρχισε να γράφεται στην Αίγινα, Μεγάλη Παρασκευή του 2016 και τελείωσε αρχές Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου στον Βύρωνα.

Μερικές φορές με ταράζει η σκέψη ότι όλα υπάρχουν για να γίνουν γραφή, ότι ο διαχωρισμός εντός κι εκτός κειμένου συχνά δεν υφίσταται, ότι, όχι και τόσο σπάνια, δεν ξέρεις αν ζεις για να γράφεις ή γράφεις για να ζεις. Ίσως γι’ αυτό, όσο πιο πολύ γράφω, τόσο περισσότερο αγνοώ τι ακριβώς είναι η γραφή, τι ακριβώς την προκαλεί και τι ακριβώς επιφέρει. Το μόνο σίγουρο: για να γράψεις πρέπει να έχεις ξαναγράψει (κι εδώ σωρεύω και την ανάγνωση που είναι μια πλάγια, μια έμμεση γραφή). Γράφεις λοιπόν αφού κάποια στιγμή δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Γι’ αυτό το γράψιμο δεν έχει σχέση ούτε με το καλό γούστο, ούτε με τη διακίνηση ιδεών, ούτε με την αυτοθεραπεία. Το γράψιμο μόνο ως απάντηση, σε κάτι μη περαιτέρω νοείται. Εξού και σε γυμνώνει από μηχανές και αυταπάτες.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Προσθήκη σχολίου