Ο εξερευνητής των παραστάσεων: Η Πάπισσα Ιωάννα στο Φεστιβάλ Αθηνών

Αύγουστος 08, 2014
Η Πάπισσα Ιωάννα (1866) του Εμμανουήλ Ροΐδη, εξιστορεί τον βίο της Ιωάννας, μιας γυναίκας που κατάφερε να φτάσει μέχρι την κορυφή της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και να στεφθεί Πάπας, προσποιούμενη ότι ήταν άντρας. Το έργο, από τα σημαντικότερα νεοελληνικά λογοτεχνήματα, έχει χαρακτηριστεί από τον ίδιο τον συγγραφέα ως «μεσαιωνική μελέτη» και πηγή έμπνευσης του αποτελεί ο θρύλος της Πάπισσας Ιωάννας, κατά τον οποίο μια γυναίκα ξεγελώντας τους πάντες κατάφερε να ανέβει στον θρόνο του Βατικανού αποκτώντας το αξίωμα του Πάπα (855-858).

από τον Νίκο Ρουμπή
tweet
share
Την ιστορία αυτή επέλεξε να μεταφέρει στη θεατρική σκηνή της Πειραιώς ο Δημήτρης Μαυρίκιος, παρουσιάζοντας μια παράσταση -μελέτη τη χαρακτηρίζει ο ίδιος-, που σε κάποια σημεία, ιδιαίτερα στα εναρκτήρια, θύμιζε ανοικτή πρόβα. Στην αρχή λοιπόν, με τη φωνή του σκηνοθέτη και με τη φυσική παρουσία κάποιων από των συντελεστών-ηθοποιών, που έπαιρναν τη σκυτάλη από τον «δάσκαλό» τους, παρατέθηκαν λεπτομέρειες για τον σχεδιασμό του εγχειρήματος, τον αρχικό του προγραμματισμό προ δεκαετίας, την ματαίωσή του λόγω «ανωτέρων παρεμβάσεων», αλλά και την απαιτητική δουλειά που χρειάστηκε για να φτάσει ως ένα σημείο και να παρουσιαστεί ενώπιον του κοινού, σίγουρα όχι ολοκληρωμένο ως προς το περιεχόμενό του. Η πρώτη σκηνή είναι το τέλος της ιστορίας, με την Ιωάννα να λιθοβολείται από τον λαό. Το τέλος της παράστασης αντίστοιχα σηματοδοτείται από την αναχώρηση της απογοητευμένης από τον μοναχό-εραστή της Ιωάννας, που εγκαταλείπει την Ελλάδα για την Ιταλία.

Το πιο ενδιαφέρον όμως στη συγκεκριμένη σύνθεση είναι ότι δεν παρακολουθούμε μόνο την εξιστόρηση της ζωής της Ιωάννας, αλλά παράλληλα πλάθεται και παρουσιάζεται και μια άλλη «ιστορία», λιγότερο οικεία, αυτήν που αναδεικνύει τη σχέση του Ροΐδη με την μητέρα του, την ανάπλαση και των δικών της περιπετειών. Το μπλέξιμο των δύο ιστοριών γίνεται με τρόπο ευρηματικό, σίγουρα σαφή και αντιληπτό, χωρίς να δημιουργούνται θέματα απώλειας ειρμού ή συντονισμού. Με τον τρόπο αυτό η Κορνηλία Ροΐδη, στη βιογραφία της οποίας βασίστηκε και η εξιστόρηση της Ιωάννας, τοποθετείται στο «κέντρο» του δρωμένου, το οποίο πλάθεται γύρω της, επιτρέποντας παράλληλα να διαφανούν τα αισθήματα προς τους δυο γιους της.

papissa2
Χρησιμοποιήσαμε σκοπίμως τον όρο σύνθεση, γιατί το όλο δρώμενο δεν ήταν μόνο μια θεατρική αντιπαραβολή. Η μεγάλη οθόνη μέσα από την οποία κυλούσε κατά καιρούς η εξέλιξη της ιστορίας (κινηματογραφικές καταβολές του σκηνοθέτη), ο μυσταγωγικός χορός -αλλά και εκείνος στο μοναστήρι των οργίων-, τα μοιρολόγια, οι αμανέδες, η μουσική, τα κοστούμια, ο φωτισμός, όλα όσα μας μετέφεραν στη σκοτεινή εποχή του Μεσαίωνα, κάπου-κάπου διακοπή για διευκρινίσεις.

Ο «Ροΐδης» στο βάθος, καθισμένος στο ημίφως, παρακολουθεί την ιστορία του, ενίοτε τη σταματά για να «συνομιλήσει» με τους ήρωές του. Μέσα εκεί και η κριτική για τα έργα του, ο αφορισμός του από την κοινωνία του συντηρητισμού.

Το σκηνικό και τα κοστούμια ένα ακόμα από τα ξεχωριστά σημεία της πολύ δυνατής παράστασης: Σε όλη την αίθουσα (από την είσοδο ακόμη) υπήρχαν μεγάλες προθήκες με άμφια, με ιερά βιβλία, με μορφές που ενίοτε «ζωντάνευαν» και έβγαιναν στον έξω κόσμο, δημιουργώντας μια κατάνυξη και μυστήριο συνάμα. Η ηγουμένη με την προβοσκίδα, ο ιερέας με τα ξυλοπόδαρα, αλλά και εκείνος με τα σύγχρονα άμφια διατηρώντας τη χρονική συνέχεια ότι ελάχιστα έχουν αλλάξει από τότε στον ιερατικό κόσμο του συνυφασμένου συντηρητισμού, συμβολισμοί επιτυχημένοι και αξιοπρόσεκτοι. Η πίστη στον Θεό, οι ανθρώπινες σχέσεις, ο φόβος, η βία, ο έρωτας (ιδιαίτερη η σκηνή της Ιωάννας με τον μοναχό-εραστή της που αναζητούν στέγη για τον έρωτά τους), η προδοσία, η τιμωρία, όλα χώρεσαν σε αυτήν τη σπουδαία προσέγγιση.

Οι ερμηνείες στο σύνολο τους εξαιρετικές. Ξεχωριστή η Ράνια Οικονομίδου, που κέρδισε επάξια το πλέον εγκάρδιο χειροκρότημα του κοινού (σε κάποια σημεία ωστόσο ήταν λίγο υπερβολική, π.χ. στην προσφώνηση του γιου της Μανωλάκη), αξιοπρεπέστατοι οι ανερχόμενοι νεαροί Γιούλικα Σκαφιδά ως Πάπισσα Ιωάννα (Βραβείο Μελίνας Μερκούρη 2014) και Αλέξανδρος Βάρθης ως Ροΐδης. Οι φιλικές συμμετοχές στο video wall (ξεχωρίσαμε την Λένα Κιτσοπούλου ως αυστηρή καλόγρια και τον Νίκο Καραθάνο ως μοναχό) άλλο ένα ιδιαίτερο κομμάτι στο παζλ.

Πολύ ωραία ιδέα «ο λόγος» του Ροΐδη να διατηρηθεί στην καθαρεύουσα και να αναδείξει το πλούσιο παρελθόν της γλώσσας, αν και είχαμε εμπρός μας μια μοντέρνα, πρωτοποριακή, χωρίς όμως να ξεφεύγει από την αλήθεια και την ουσία του αρχικού κειμένου, παράσταση.

Συμπερασματικά, καταλήγουμε ότι επρόκειτο για - αν όχι την καλύτερη- μια από τις καλύτερες στιγμές του φετινού Φεστιβάλ, μια παράσταση-πρόταση, ξεχωριστή, πρωτότυπη, απαιτητική, σαφής ωστόσο, που ανέδειξε εκ πρώτης όψης την κλασική ιστορία του Ροΐδη, όσο όμως και τη λιγότερη γνωστή σχέση της Κορνηλίας Ροΐδη με το γιο της, ο οποίος δεν αγάπησε καμιά άλλη γυναίκα εκτός από εκείνη και την «Ιωάννα» του, πολλά από τα παθήματά της οποίας παραπέμπουν σε κείνα της παιδικής ηλικίας της μητέρας του. Μια σχέση λατρείας -ίσως και εξάρτησης- που έκανε τον Ροΐδη να της αποκρύψει το θάνατο του αδερφού του και να τον αντικαταστήσει στέλνοντας εκείνος στη θέση του τις επιστολές προς τη μητέρα (τελευταία σκηνή της παράστασης, η πλέον συγκινητική).

Ήταν μια δουλειά που ξεχώρισε και θα θυμόμαστε. Με ενδιαφέρον ευχόμαστε και αναμένουμε την ολοκληρωμένη της εκδοχή από τον ταλαντούχο σκηνοθέτη της, έναν από τους καλύτερους της γενιάς του. Άσπρος καπνός λοιπόν στην Πειραιώς, habemus papam an incredible papa!

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση, εδώ

Ο Νίκος Ρουμπής είναι βασικά φιλόλογος και γενικά πολλά άλλα, ανάμεσα στα οποία "εξερευνητής" άπειρων παραστάσεων, θεατρικών και μη. Αιγόκερως, λάτρης της Σαμοθράκης, της Ανάφης αλλά και της Ισλανδίας. Όσο ζει, ελπίζει!

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Προσθήκη σχολίου